του Τάκη Φωτόπουλου
Στις αρχές του Φεβρουαρίου 2010, όταν η Κομισιόν ανακοίνωνε τα σχέδιά της για την Ελλάδα, η εφημερίδα Guardian, παρά τον συνήθη βρετανικό τρόπο έκφρασης χωρίς εξωτερίκευση συναισθημάτων, χαρακτήριζε τα μέτρα αυτά ως «την πιο παρεμβατική εξονυχιστική εξέταση της δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής καθώς και των λογιστικών βιβλίων μιας χώρας μέλους της ΕΕ που έχει ποτέ επιβληθεί», ενώ ο ίδιος ο πρόεδρος της Κομισιόν δήλωσε ότι «αυτή είναι η πρώτη φορά που εγκαθιστούμε ένα τόσο εντατικό και ημι-μόνιμο σύστημα ελέγχου» ―ένα σύστημα που περιελάμβανε ένα άκαμπτο καθεστώς τριμηνιαίων αναφορών για την πρόοδο της Ελληνικής κυβέρνησης ως προς τη δημοσιονομική εξυγίανση, και καθιέρωνε το δικαίωμα της Κομισιόν να προστάζει επιπλέον μέτρα, όποτε τα θεωρούσε αναγκαία. Αυτό που επακολούθησε, έναν μήνα μετά, ήταν η ανακοίνωση (από την κυβέρνηση Παπανδρέου για λογαριασμό της Κομισιόν) δραστικών περικοπών των δημοσίων δαπανών και τεράστιων φορολογικών αυξήσεων οι οποίες θα χτυπούσαν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Τα μέτρα αυτά περιελάμβαναν, με δύο λόγια, την περικοπή του 13ου μισθού από το ήδη χαμηλό (για τα δεδομένα της ευρωζώνης) εισόδημα των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, τη συμπίεση των δημοσίων δαπανών, αυξήσεις των έμμεσων φόρων, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, το πάγωμα των συντάξεων και τη χειροτέρευση των συνθηκών της κοινωνικής ασφάλισης μέσω της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, των ιδιωτικοποιήσεων κ.λπ..
