Κάποιο καλοκαίρι της τόσο μακρινής
πλέον προ-μνημονιακής εποχής, προσπαθούσα να εξηγήσω στον ξάδελφο στενού φίλου
και παλαιού συντρόφου, ότι καθώς έφυγα για σπουδές στο εξωτερικό 18 χρονώ, η Ελλάδα
μου λείπει και ότι έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ, ειδικά όταν έχω διακοπές.
Ενώ
μιλούσα, ο άνθρωπος αυτός, δικηγόρος στο επάγγελμα και για αρκετά χρόνια μέλος
του ΚΚΕ, με κοιτούσε με κάποια δυσφορία, που μου φαινόταν ανεξήγητη.
Η απάντησή
του ήταν περίπου η εξής: «E αυτό δεν το καταλαβαίνω. Τι έρχεσαι να κάνεις εδώ,
η Ελλάδα είναι η χειρότερη χώρα. Αν ήμουν στη θέση σου, το τελευταίο πράγμα που
θα έκανα είναι να περνάω εδώ τις διακοπές μου». Σταμάτησε προς στιγμήν και η
έκφραση του προσώπου του άλλαξε απότομα προς το επιθετικό: «αλλά έτσι είστε
εσείς έξω, μεγάλα κορόιδα. Δουλεύετε σαν μ... και περιμένετε να έρθουν οι
διακοπές. Ενώ εμείς εδώ περνάμε υπέροχα όλο το χρόνο και πουλάμε αέρα
κοπανιστό. Γι αυτό κι εμείς οι Ελληνες είμαστε οι πρώτοι».
Τα λόγια αυτά μου
αποτυπώθηκαν έντονα και τα έχω έκτοτε ξανασκεφτεί πολλές φορές. Αυτό το δείγμα
διχασμένης συνείδησης μου φαίνεται ότι αποτυπώνει με τον πιο παραδειγματικό
τρόπο αυτό που θα ονόμαζα «το σύμπλεγμα της υποτέλειας».