Ο Άιχμαν στην Αθήνα
του Παναγιώτη Μάρκου
Η γλώσσα, ως συμβολικό σύστημα, μαζί με τα άλλα κοινωνικο-πολιτιστικά συστήματα και τις δομές τους, προϋπάρχει της γέννησης ενός ανθρώπου και άρα υπέρκειται αυτού.
Επομένως, το παιδί, με την κατάκτηση της γλώσσας, εγγράφεται σε αυτήν την συμβολική τάξη η οποία, επειδή υπέρκειται, θα πλάσει τον ψυχικό του κόσμο σύμφωνα με τις δομές της.
Με άλλα λόγια, το άτομο αναδύεται ως υπό-κειμενο μέσα από την εγγραφή του στην συμβολική τάξη της γλώσσας.
«Η γλώσσα ανήκει», όπως λέει και ο Χάιντεγκερ, «στην πιο κοντινή γειτνίαση με το Είναι του ανθρώπου. Ως ανθρώπινα όντα συναντούμε παντού, πάντοτε και με κάθε τρόπο τη γλώσσα. Πώς κατανοείται κυρίως τούτη η συνάντηση; Ουσιαστικά ως ομιλία. Με αυτό το πνεύμα, το πώς ομιλεί ο άνθρωπος, δείχνει πόσο μεστή νοήματος ή α-νόητη είναι η ύπαρξή του».
Σε μια ελεύθερη μετάφραση, αυτό σημαίνει «είμαστε ό,τι μιλάμε!». Όπως τονίζει και ο Αλτουσέρ, η κατάκτηση της γλώσσας είναι αυτή που με την εισαγωγή στη συμβολική τάξη θα σημαδέψει το πέρασμα από τον άνθρωπο-θηλαστικό στον άνθρωπο-παιδί -άνδρα ή γυναίκα.
Όταν λοιπόν το υποκείμενο αναδύεται μέσα από τη γλώσσα, αυτό σημαίνει ότι δεν αποτελεί το ίδιο την αιτία της γλώσσας ή την αιτία του σημαίνοντος, αλλά ότι είναι το αποτέλεσμά της: δεν αποτελεί, αλλά επιτελεί την γλώσσα.
Δεν είναι, όμως, στη πρόθεση του παρόντος σημειώματος να σκιαγραφηθεί ο τρόπος μέσω του οποίου η γλώσσα καθορίζει την ύπαρξή μας ως υποκείμενα. Τα όσα γράφτηκαν μέχρι τώρα έχουν ως στόχο να τονίσουν ότι: το ποιοι είμαστε, το πώς πράττουμε, το πώς νιώθουμε, με τι ταυτιζόμαστε, είναι ευθέως ανάλογα της γλώσσας –των σημαινόντων– με την οποία είμαστε εφοδιασμένοι.
«Η λέξη είναι το σημείο ενός πράγματος εν τη απουσία του», θα παρατηρήσει ο Λακάν.