του Γ.
Κιμπουρόπουλου
«Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν κάταγμα», μονολογεί ο ήρωας ενός διηγήματος (του Χ. Οικονόμου από τη συλλογή «Κάτι θα γίνει, θα δεις» που, προ τριετίας, λειτούργησε σαν ηχώ του μέλλοντος). Το να μη βρίσκεις δουλειά για πολύ καιρό είναι σαν πολλαπλά κατάγματα. Το να είσαι τόσο καιρό άνεργος ώστε να καταλήγεις εκτός εργατικού δυναμικού είναι συντριβή. Εξαφάνιση. Κοινωνική εξαέρωση.
«Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν κάταγμα», μονολογεί ο ήρωας ενός διηγήματος (του Χ. Οικονόμου από τη συλλογή «Κάτι θα γίνει, θα δεις» που, προ τριετίας, λειτούργησε σαν ηχώ του μέλλοντος). Το να μη βρίσκεις δουλειά για πολύ καιρό είναι σαν πολλαπλά κατάγματα. Το να είσαι τόσο καιρό άνεργος ώστε να καταλήγεις εκτός εργατικού δυναμικού είναι συντριβή. Εξαφάνιση. Κοινωνική εξαέρωση.
Δεν σας προκαλεί απορία; Πού κρύβονται οι 1,5 εκατομμύριο πραγματικοί
άνεργοι; Πού είναι οι 500.000 νέοι έως 25 ετών που η πρώτη εργασιακή τους
εμπειρία είναι η ανεργία; Πού κινούνται οι 500.000 που διανύουν παροπλισμένοι
την παραγωγικότερη περίοδο της ζωής τους, μεταξύ 25-45 χρόνων; Ένα από τα
πραγματικά επιτεύγματα της τρόικας και της κυβέρνησης είναι ότι κατέστησαν
τους ανέργους κοινωνικά και πολιτικά αόρατους.
Οι άνεργοι υπάρχουν
μόνο σαν στατιστική του τρόμου, σαν αριθμός ιλιγγιωδώς αυξανόμενος και σαν
μοχλός εκβιασμού των τυχερών που διατηρούν το «προνόμιο» να εργάζονται.