Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βεργόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βεργόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13/2/11

Η νέα ειλωτεία

του Κώστα Βεργόπουλου

Μετά από πολύμηνη καθυστέρηση, η Γερμανία παρουσίασε επιτέλους σχέδιο για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης των κρατών-μελών της ευρωζώνης.

Εφ΄ όσον αυτό δεν ανακοινώθηκε υπεύθυνα, αλλά διοχετεύθηκε με μορφή διαρροής, εύλογα συνάγεται ότι είναι «δοκιμαστικό» προς βολιδοσκόπηση των Ευρωπαίων εταίρων. Η Ισπανία, το Βέλγιο, η Αυστρία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και άλλοι αντέδρασαν βίαια και οι επιφυλάξεις τους λαμβάνονται υπ΄ όψιν στην οριστική διαμόρφωση του σχεδίου. Η ελληνική κυβέρνηση όχι μόνον το αποδέχθηκε ασυζητητί, χωρίς αντίρρηση, παρατήρηση ή έστω υποσημείωση, αλλά και επιχαίρει ότι με αυτό δικαιώνεται, σαν να ήταν περίπου δικό της!

20/12/10

Δεκαέξι μικροί νέγροι

Από την "Ελευθεροτυπία", 17.12.2010

του Κώστα Βεργόπουλου


Τα ευρωπαϊκά πακέτα «διάσωσης» πολλαπλασιάζονται: Ελλάδα, Ιρλανδία, υπόλοιπες χώρες-μέλη στην αναμονή. Ομως, το πρόβλημα της ευρωζώνης δεν τιθασεύεται, αλλά υποτροπιάζει, επεκτείνεται, απειλεί. Παράλληλα, οι «διασωζόμενες» χώρες εμφανίζουν δυσανεξία έναντι των «διασώσεων» όσον αφορά την ικανότητα ανάκαμψης, ελέγχου των ελλειμμάτων και ακόμη περισσότερο αποπληρωμής του χρέους. Με αβάστακτη ελαφρότητα, ευρωπαϊκές αρχές και εθνικές κυβερνήσεις απορρυθμίζουν, αποδομούν, ιδιωτικοποιούν, πιστεύοντας ότι καθησυχάζουν έτσι τις αγορές. Ομως, οι τελευταίες αποβαίνουν ακόρεστες και αρπακτικές, τόσο περισσότερο όσο βεβαιώνονται ότι από την άλλη πλευρά παραμένει ακόμη «ψαχνό», «εξουθενωμένο και ανυπεράσπιστο θήραμα», πολιτικές ηγεσίες πρόθυμες να το προσφέρουν. Οι «αγορές παραλογίζονται», επιμένει ο Γερμανός υπουργός Σόιμπλε, όμως πρόγραμμα των ευρωπαϊκών και εθνικών αρχών αποβαίνει να ακολουθούν και να υποκλίνονται σε αυτόν τον «παραλογισμό», αποδιαρθρώνοντας κάθε δομή συνοχής και σταθερότητος που θα εξασφάλιζε στοιχειώδη ορατότητα στις οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις.

3/12/10

Η αποσύνθεση του ευρώ

Από την "Ελευθεροτυπία", 3.12.2010

του Κώστα Βεργόπουλου

Η διακύμανση του νομίσματος διευκολύνει την προσαρμογή της οικονομίας, εάν αυτή έχει περιέλθει σε ανισορροπία, που διαπιστώνεται με το αποτέλεσμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και το ύψος απασχόλησης.

Εάν το εξωτερικό έλλειμμα και η ανεργία διατηρούνται, η διολίσθηση του νομίσματος συνιστά διορθωτική κίνηση. Εάν μια χώρα δεν ελέγχει το νόμισμά της, όπως σήμερα στο ευρωσύστημα, βασικό εργαλείο προσαρμογής έχει απολεσθεί. Εφ΄ όσον η παραίτηση από αυτό αιτιολογείται με την ένταξη στο υπερεθνικό νόμισμα, θα έπρεπε κατ΄ αρχήν να αντισταθμίζεται με ενισχυμένη αλληλεγγύη από την πλευρά των εταίρων, με στόχο πάντα την προσαρμογή της οικονομίας, τη σταθεροποίηση, την έξοδο από την ύφεση και την ανεργία. Στο ευρωσύστημα, οι εθνικές νομισματικές πολιτικές έχουν φυσικά καταργηθεί, χωρίς όμως παράλληλα να προβλέπονται μηχανισμοί στήριξης από το ευρωπαϊκό

6/11/10

Δεν αλλάζουν με διατάγματα οι κοινωνίες

του Κώστα Βεργόπουλου

Από την "Ελευθεροτυπία", 5 Νοεμβρίου 2010

Η κοινωνική ένταση στην Ευρώπη ανέρχεται, όμως ευθύνονται γι΄ αυτό όχι οι πολιτικοί και συνδικαλιστικοί φορείς της Αριστεράς, αλλά κατά πρώτο λόγο οι συντηρητικές κυβερνήσεις, που επεκτείνουν τη γερμανική συνταγή επιθετικής λιτότητος, περικοπών δημοσίων δαπανών, μισθών, συντάξεων.

Ενώ στην Αμερική η κρίση κατανοείται ως υστέρηση της εσωτερικής ζήτησης έναντι της προσφοράς, στη Γερμανία αποδίδεται στην υπερβολική ζήτηση, τη σπατάλη, τον καταναλωτισμό.

Εάν η γερμανική κατανόηση ήταν βάσιμη, θα έπρεπε η χώρα αυτή να βρίσκεται σε ελλειμματική διεθνώς θέση και όχι πλεονασματική, όπως είναι σήμερα. Εάν χώρες όπως η Γερμανία, με σοβαρά εξωτερικά πλεονάσματα, περικόπτουν την εσωτερική ζήτηση και επιβάλλουν παρόμοια επιλογή στους εταίρους της ευρωζώνης, τότε συμβάλλουν όχι στην υπέρβαση της σημερινής κρίσης, αλλά στην επιδείνωσή της.

15/10/10

Λάθος χώρα

 του Κώστα Βεργόπουλου

Από το περιοδικό "Επίκαιρα", 14 Οκτωβρίου 2010

Ποια είναι, τέλος πάντων, η ακριβής παθογένεια της ελληνικής οικονομίας, που υποτίθεται ότι δικαιολογεί τα κυβερνητικά μέτρα; Αφθονούν οι απαντήσεις, αλλά η ασάφεια, η δυσπιστία και η καχυποψία παραμένουν. Κυκλοφορεί η άποψη ότι καταναλώναμε περισσότερο από τις δυνάμεις μας, όμως αυτό δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία, δεδομένου ότι παρόμοια ενοχοποίηση διαχέεται σε όλες τις χώρες της ομάδος των ανεπτυγμένων οικονομιών της Βορείου Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης. Μόνο ο υπόλοιπος πλανήτης κυριαρχείται από το αντίθετο σύνδρομο, αυτό της υποκατανάλωσης. Όμως, με την πάροδο του χρόνου, όλο και περισσότερο κερδίζει έδαφος η κατανόηση ότι στη χώρα μας όχι μόνο έχει συντελεσθεί από την κυβέρνηση χειραγώγηση της κοινής γνώμης, δηλαδή εξαπάτηση, αλλά και ότι η χειραγώγηση δημιούργησε μια κατάσταση πραγμάτων που δεν υπήρχε πριν από αυτή. Η κυβερνητική κινδυνολογία επικαιροποίησε τον κίνδυνο και, από μακρινό ενδεχόμενο στο μέλλον, τον μετέτρεψε σε αναπόδραστη πραγματικότητα στο παρόν. Αυτό μπορεί να αποδοθεί σε κυνικό σχεδιασμό, αλλά επίσης σε σειρά επιπόλαιων χειρισμών ή ακόμη σε χειραγώγηση των χειραγωγών από άλλους ισχυρότερους χειραγωγούς. Όλες οι εικασίες είναι βάσιμες. Όμως, όπως και να ’χει το πράγμα, υπάρχει μια εξ αντικειμένου αλληλουχία στις φάσεις με τις οποίες αναπτύσσεται το σύγχρονο ελληνικό δράμα.

Οι άθλοι της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης

Καταρχάς, όπως ορθότατα επεσήμανε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας από τη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν διόλου αναγκαίο η αιφνίδια διόγκωση του δημόσιου ελλείμματος να παρουσιαστεί από την κυβέρνηση ως δήθεν κρίση εξωτερικού δανεισμού. Αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στην επιπόλαιη ή εκ του πονηρού κινδυνολογία της. Από εκεί αρχίζουν οι άθλοι της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης. Με πρόσχημα το δημόσιο έλλειμμα, κρέμασε ολόκληρη τη χώρα από τις χρηματαγορές και στο εξής, με το νέο αυτό πρόσχημα, επιδίδεται στο άχαρο έργο να ευθυγραμμίσει τις οικονομικές και κοινωνικές δομές της χώρας με τις αξιώσεις του νεοφιλελεύθερου συρμού, αλλά κυρίως να εξασφαλίσει γη και ύδωρ στη βουλιμία και την αρπακτικότητα του νέου χρηματοπιστωτικού απολυταρχισμού. Εάν αυτός είναι ο ρόλος μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης, τότε ποιος είναι εκείνος της συντηρητικής;

Έπειτα, ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Πόουλ Τόμσεν εδήλωσε σε ομιλία του στο Λονδίνο ότι το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδος δεν ήταν ούτε το δημόσιο έλλειμμα ούτε το δημόσιο χρέος, αλλά η καθυστέρηση στην υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Εδώ εννοείται φυσικά η προσαρμογή της χώρας στο οικονομικό υπόδειγμα του ΔΝΤ, παρόλο που ο γενικός διευθυντής του ανεγνώρισε πρόσφατα ότι αυτές οι συνταγές αφορούν κυρίως χώρες του Τρίτου Κόσμου και δεν αρμόζουν καθόλου σε ευρωπαϊκές οικονομίες. Η Ιρλανδία, επίσης χώρα-μέλος της Ευρωζώνης, εμφανίζει συνολικό εξωτερικό χρέος 1.250% του ΑΕΠ, όμως το ΔΝΤ δεν κλήθηκε εκεί να επιβάλει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Γιατί; Διότι απλούστατα, η Ιρλανδία είναι ήδη από τις πιο απορρυθμισμένες ευρωπαϊκές οικονομίες και συνεπώς δεν υπάρχει εκεί περαιτέρω απορρυθμιστικό έργο για να εκπληρωθεί. Όταν το έργο του Τόμσεν υλοποιηθεί στην Ελλάδα, τότε η χώρα μας θα γίνει επιτέλους Ιρλανδία, με συνέπεια το εξωτερικό χρέος μας να δεκαπλασιαστεί άφοβα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.

Η ανάκαμψη απομακρύνεται

Όσο οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προχωρούν, τόσο περισσότερο η οικονομία μας καταρρέει, τα έσοδα υστερούν, νέοι φόροι προστίθενται, η ανάκαμψη απομακρύνεται. Εάν η άνοδος των spreads είναι ο δείκτης εμπιστοσύνης των χρηματαγορών έναντι της χώρας, τότε γιατί, από 180 μονάδες πριν από την έλευση του ΔΝΤ, έχουν σήμερα ανέλθει σε 1.000; Για τον απλούστατο λόγο ότι η ύφεση, στην οποία η χώρα εξωθείται με τα κυβερνητικά μέτρα, φοβίζει περισσότερο τις αγορές από ό,τι το ύψος των ελλειμμάτων και του δανεισμού. Εξάλλου, με την ύφεση, ούτε τα ελλείμματα ούτε το χρέος περιορίζονται, αλλά αναγκαστικά εκτινάσσονται. Όταν η Ισπανία υιοθέτησε αυστηρή πολιτική λιτότητος, ο αξιολογικός οίκος Fitch υποβάθμισε πάραυτα την αξιοπιστία της.

Στην επταετία 2001-2008, ο σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου αυξήθηκε ταχύτερα στην Ελλάδα (44%), την Ιρλανδία (41%), την Ισλανδία (58%), την Ισπανία (34%), από ό,τι στη Γερμανία (18%). Με αυτούς τους όρους, η πολιτική λιτότητος, απορρυθμίσεων και τελικής κατάρρευσης των αγορών δεν εξυγιαίνει διόλου την οικονομία των περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης, αλλά οδηγεί σε σπατάλη πόρων, καθόσον συρρικνώνει το βαθμό αξιοποίησης του ήδη εγκατεστημένου παραγωγικού εξοπλισμού. Ίσως η συνταγή λιτότητος του ΔΝΤ προσιδιάζει σε χώρες με ανυπαρξία παραγωγικού εξοπλισμού, ενώ τελείως διαφορετικά τίθεται το πρόβλημα της εξισορρόπησης σε ευρωπαϊκές οικονομίες που εμφανίζουν αξιόλογο προγενέστερο βαθμό σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου.

Το «λάθος» εδώ συνίσταται στο ότι, αντί να ενθαρρύνεται η αύξηση παραγωγής και εισοδήματος, προωθείται γενικό ξεφούσκωμα της οικονομίας, με συνέπεια την καταστροφή ακόμη και του ήδη συσσωρευμένου παραγωγικού κεφαλαίου. Οποιοδήποτε μέτρο λιτότητος μπορεί στην ανάγκη να κατανοηθεί, όμως υπό τον αυστηρό όρο ότι δεν συνεπάγεται συρρίκνωση της παραγωγής και του εθνικού εισοδήματος, ότι δεν πλήττει τον αυξητικό ρυθμό της οικονομίας. Περικοπή καταναλωτικών δαπανών ίσως, αλλά επενδυτικών ποτέ και υπό κανένα πρόσχημα. Περικοπή εισοδημάτων που επισύρουν χρηματοπιστωτική φούσκα ναι, περικοπή εισοδημάτων που σύρουν ανάπτυξη ποτέ. Πολιτική αποθέρμανσης της οικονομίας ίσως, όμως, όταν η οικονομία υπολειτουργεί, υπάρχει κίνδυνος όχι υπερθέρμανσης, αλλά ύφεσης, με δραματικότερες συνέπειες. Αυτό που σήμερα συμβαίνει στη χώρα μας είναι λάθος ασυγχώρητο, ίσως και υποβολιμαίο. Ίσως αυτό ανταποκρίνεται στην κυβερνητική καταλυτική αδυναμία να παρουσιάσει θετικό οικονομικό πρόγραμμα. Ίσως στις μονόπλευρες και βραχυχρόνιες επιδιώξεις άλλων χωρών με ανταγωνιστικά συμφέροντα. Όμως ένα ΔΝΤ και μια ΕΕ, με διεθνή εμβέλεια, θα όφειλαν να αποφεύγουν παρόμοια «λάθη», δεδομένου ότι πλήττεται έτσι καίρια η σταθερότητα, η αξιοπιστία, το μέλλον ολόκληρου του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου συστήματος.

Πηγή: http://www.aristerovima.gr/blog.php?id=727

8/10/10

Κρίση Δημοκρατίας

Το δημοκρατικό πολίτευμα κατήντησε τυποποιημένο κενό κέλυφος, στο οποίο ο λαός παραμένει ανεύρετος. Η όξυνση της κρίσης αναδεικνύει την αγανάκτηση των πολιτών απέναντι στον αυταρχισμό και την αλαζονεία των κυβερνώντων.

Από την "Ελευθεροτυπία" της Παρασκευής, 8 Οκτωβρίου 2010


 του Κώστα Βεργόπουλου


Η οικονομική κρίση εξαπλώνεται σταθερά και καθημερινά όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, με συνεχή αύξηση των θυμάτων, αλλά και αύξουσα πιστοποίηση των ωφελουμένων από αυτήν.

Ολο και περισσότεροι πολίτες χάνουν την εργασία, την κατοικία, το μέλλον. Ανακύπτει οξύ ζήτημα οικονομικής πολιτικής, που προωθείται από τους πυλώνες του κατεστημένου οικονομικού συστήματος, τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς τομείς. Για τους τελευταίους, η συρρίκνωση της οικονομίας, η κατάρρευση αγορών, η καταστροφή επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας σημαίνουν εξόντωση «πλεονάζοντος» κεφαλαίου, με συνέπεια υψηλότερες χρηματοπιστωτικές αποδόσεις. Η οικονομική διαχείριση της κρίσης αποδεικνύεται περισσότερο επικίνδυνη για την κοινωνία από την ίδια την κρίση. Η πραγματική οικονομία κινδυνεύει περισσότερο από αυτούς που υποτίθεται ότι τη διασώζουν, παρά από τα αντικειμενικά προβλήματά της.

Παραμένει, εν τούτοις, γεγονός ότι στο μέτωπο της οικονομίας, οι κοινωνικές αντιστάσεις δεν φθάνουν ακόμη να επιβάλουν κάποια εναλλακτική οικονομική πολιτική, με συνέπεια οι δυνάμεις και ιδεολογίες που ευθύνονται για την κρίση να διατηρούν σήμερα τη διαχείρισή της, επαγγελλόμενες την έξοδο από αυτήν και εφαρμόζοντας τις αυτές επιλογές που δημιούργησαν το σημερινό αδιέξοδο. Μεσαιωνική ομοιοπαθητική στην αποθέωσή της.

Σήμερα, η οικονομική επιστήμη δυσφημείται και φθείρεται κοινωνικά υπό τον καταιγισμό των «προφητών» τής αυτο-αποκαλούμενης «εικονικής οικονομίας». Ισως το σημερινό οικονομικό πρόβλημα να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη επιτυχία από την πολιτική και κοινωνική πλευρά. Σημειώνεται στις μέρες μας αύξουσα ευαισθησία της κοινής γνώμης στο ζήτημα της κοινωνικής αστάθειας και αδικίας, της κατανομής των θυσιών, των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, της δημοκρατίας για όλους.

Μέχρι πρόσφατα, όσοι μιλούσαν για δημοκρατικά ιδεώδη προσλαμβάνονταν ως «ψώνια» παρωχημένης εποχής. Ειδικότερα για την Αριστερά, η έννοια της αστικής δημοκρατίας ταυτιζόταν με εξαπάτηση των πολιτών, δεδομένου ότι στον καπιταλισμό η οικονομία θεωρείται καθοριστική των λοιπών πλευρών του κοινωνικού βίου. Κι όμως, εκδηλώνεται σήμερα ανανεωμένο ενδιαφέρον για την τήρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, ιδίως από αυτούς που μέχρι πριν από λίγο το διέβαλλαν ως «απατηλό».

Ο Γάλλος ιστορικός Πιερ Ροζανβαλόν επισημαίνει το πιο επικίνδυνο στοιχείο της σημερινής εξέλιξης: την αποδεδειγμένα στενή και ανησυχητική σχέση της εξουσίας με το χρήμα, ιδίως το μαύρο, σε τρεις τουλάχιστον ευρωπαϊκές χώρες: Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία. Γενικότερα στον ευρωπαϊκό χώρο, κύριο χαρακτηριστικό της εποχής, επισημαίνει ο ίδιος, είναι η αύξουσα δυσπιστία των πολιτών, ιδίως των νέων, έναντι των πολιτικών συστημάτων, που θεωρούνται υπόλογα για την ύποπτη σύγχυση αρμοδιοτήτων μεταξύ εκτελεστικής και βουλευτικής λειτουργίας, για την απονομιμοποίηση κάθε έννοιας κοινωνικής δημοκρατίας, για την αποξένωση της πολιτικής από κάθε δημόσια ηθική.

Το δημοκρατικό πολίτευμα κατήντησε τυποποιημένο κενό κέλυφος, στο οποίο ο λαός παραμένει ανεύρετος. Η όξυνση της κρίσης αναδεικνύει την αγανάκτηση των πολιτών απέναντι στον αυταρχισμό και την αλαζονεία των κυβερνώντων.

Ηγαλλική ριζοσπαστική Αριστερά καταγγέλλει τον συντηρητικό πρόεδρο της χώρας ότι «αμαυρώνει τη Γαλλία και προδίδει τα δημοκρατικά ιδεώδη». Η ίδια υψώνει σημαία με τα φθαρμένα από τον χρόνο συνθήματα «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα», θεωρώντας ότι αυτά συσπειρώνουν σήμερα τις λαϊκές μάζες ενάντια στην κρίση και την ταξική διαχείρισή της.

Για τη σοσιαλιστική Αριστερά «η δημοκρατία καταστρέφεται, με το άδειασμα από κάθε περιεχόμενο του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου, με την έκρηξη οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, με την υπόθαλψη αντιπαραθέσεων και ανταγωνισμών μεταξύ κοινωνικών ομάδων και κατηγοριών. Κι όμως, μια διαφορετική Γαλλία είναι εφικτή, με βάση την επιστροφή στα δημοκρατικά ιδεώδη και στην κοινωνική δικαιοσύνη». Ακόμη και οι οικολόγοι διαπιστώνουν επείγουσα ανάγκη επιστροφής στις πηγές της δημοκρατίας, όπως διατυπώθηκαν στη σύνθεση του ιστορικού σοσιαλιστή Ζαν Ζορές (1859-1914).

Ο κόσμος της εργασίας αξιώνει πρωτίστως «σεβασμό, αξιοπρέπεια, κοινωνική μέριμνα». Οι νέοι αγανακτούν όχι τόσο για την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασής τους όσο κυρίως για το ότι η εργασιακή επισφάλεια και το έλλειμμα επαγγελματικής προοπτικής τούς υποβαθμίζουν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. «Απαιτούμε αξιοπρέπεια, υπερασπιζόμαστε τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας. Ιδανικό μας: η κοινωνία αλληλεγγύης, που φροντίζει για τον καθένα, ο καθείς για το σύνολο, όλοι μαζί για το κοινό μέλλον. Να επανενεργοποιηθεί το δημοκρατικό κοινωνικό συμβόλαιο».

Στην πρόσφατη γιορτή της «Ουμανιτέ», ομιλητές επεσήμαναν ότι «η παγκοσμιοποίηση, η Ευρώπη απομάκρυναν τους πολίτες από τους εκπροσώπους τους. Η δημοκρατία, η λαϊκή βούληση ελέγχου της εξουσίας αναδεικνύονται σήμερα κομβικά σημεία για την αναγκαία αλλαγή».

Από την πλευρά του Ρήνου, στη Γερμανία, η κρίση προσλαμβάνεται επίσης ως περισσότερο πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα, παρά στενά οικονομικό. Ανακύπτει έτσι οξύ ζήτημα ανάκτησης της εργασιακής αξιοπρέπειας και της δημοκρατίας. Παρ΄ όλο που ο μαρξιστής Χάμπερμας θρηνεί για την κατάρρευση του «συνταγματικού πατριωτισμού» και την επανεμφάνιση των εθνικισμών, εν τούτοις Γερμανοί κοινωνιολόγοι καταγράφουν προσγείωση σε περισσότερο πραγματιστικά γήπεδα.

Εάν η κρίση πυροδοτεί επάνοδο εθνικών ταυτοτήτων, ίσως αυτό αποδειχθεί θετική προϋπόθεση, ικανή να διασώσει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και την Ευρώπη από τον κίνδυνο διάλυσης μέσα στην ανωνυμία. Δεν υπάρχει ισχυρή Ευρώπη, χωρίς ισχυρές εθνικές ταυτότητες, πυλώνες για την ευρωπαϊκή, διαπιστώνει ο Γερμανός πολιτειολόγος Βέρνερ Κρόνενμπεργκ. Στην Ευρώπη σήμερα, η καταστροφή του κοινωνικού ιστού εισπράττεται ως κοινωνικά άδικη συνέπεια από τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, εξ ου η κατ΄ αντιδιαστολήν προβολή αιτημάτων της κοινωνικής συνοχής. Τα δημοκρατικά αντανακλαστικά υπερισχύουν της στενά οικονομικής ανάλυσης, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι ο οικονομικός προβληματισμός υποβαθμίζεται.

Από την οικονομική προσέγγιση, η κοινή γνώμη αντλεί κοινωνικά και πολιτικά συμπεράσματα: την ανάγκη αποκατάστασης της βασικής κοινωνικής σκηνής της Ιστορίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων, σε αντιδιαστολή με την αποδόμηση και τον ταξικό αποπροσανατολισμό, που έχουν οδηγήσει στη σημερινή αποδιάρθρωση και στο αδιέξοδο.

Πηγή: http://aristerovima.gr/blog.php?id=626

4/8/10

Μνημόνιο ή θάνατος

Τέλος Μεταπολίτευσης. Ομως, τι ήταν τελικά αυτή; Φάση κοινωνικών κατακτήσεων σε καθυστερημένη κοινωνία ή μήπως διά δόλου μεθόδευση κατάργησης, ακόμη και όσων από πριν υπήρχαν; Ο,τι δεν κατόρθωσαν κεντρο-αριστερο-δεξιές κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης συνοψίζεται σήμερα στο εσχατολογικό δίλημμα, που μόνο «σοσιαλιστική» κυβέρνηση μπόρεσε να διατυπώσει: «Μνημόνιο ή θάνατος», με έμπρακτη σαφή απάντηση «Θάνατος διά του Μνημονίου».

Του Κώστα Βεργόπουλου, στην Ελευθεροτυπία της 16/07/2010

Το Μνημόνιο, ακόμη και αν δεν υπήρχε, έπρεπε να εφευρεθεί, εφόσον εγκαθιστά την ελληνική κοινωνία στην κόλαση, μεταθέτοντας τις ευθύνες στους «ξένους». Θα πρέπει κάποιος να έχει πολύ εξιδανικεύσει τον σοσιαλισμό για να αποδέχεται ότι ο δρόμος προς αυτόν διέρχεται από τη νεοφιλελεύθερη κόλαση. Αφθονούν σήμερα «ιδεαλιστές» κυλισμένοι στις λάσπες για τα ιδανικά τους. Οι νοσηρές αδυναμίες του απερχόμενου συστήματος κηρύσσονται σήμερα ανεπανόρθωτες και οι θεσμοί κατεδαφίζονται, με τη φαντασιοπληξία ότι νέοι υγιείς θα αναδειχθούν αντί των «παλαιών». Σε πόσο χρόνο, ποιες δυνάμεις, ποια δυναμική, όταν η ευρωπαϊκή και η παγκόσμια οικονομία παραμένουν στην κατιούσα; «Οσο πιο επώδυνα τα μέτρα τόσο ριζικότερη η εξυγίανση», διαβεβαιώνεται με «σοσιαλιστικό» μαζοχισμό. Αντιστροφή ειδώλων, φροϊδική «πατροκτονία». Μόνον που, εάν κάποιος γιος δικαιολογείται να επιδιώκει, έστω και σε αργοπορημένη εφηβεία, απαλλαγή από τη σκιά του πατέρα, γιατί άραγε οι συνέπειες να φορτώνονται σε ολόκληρη την κοινωνία -που δεν είναι ούτε μητέρα ούτε πατέρας ούτε καν συγγενής του-, ιδίως στις νέες γενιές, που, ανυποψίαστες των «αμαρτιών» του παρελθόντος, δικαιούνται να προσβλέπουν σε κάποιο μέλλον, από το οποίο σήμερα αποκόπτονται βίαια, εκδικητικά και άγονα; Το σύνδρομο εκδίκησης δεν δημιουργεί νέα πραγματικότητα, ούτε σοσιαλιστική ούτε καν καπιταλιστική, απλώς αντιστρέφει την προηγούμενη. Οι προνομιούχοι της προηγούμενης περιόδου επιτυγχάνουν πάντα να διατηρούν προνόμια και ασυλίες κατά την επόμενη.

Με περικοπές μισθών και συντάξεων, απορρυθμίσεις εργασιακών σχέσεων, προεξοφλείται εξυγίανση των Ταμείων. Ομως, η προγραμματισμένη επέκταση ανεργίας και μερικής απασχόλησης διογκώνει τις δαπάνες, ώστε τελικά, αντί εξυγίανσης, μόνον επιδείνωση της ελλειμματικότητας εξασφαλίζεται.
Γίνεται λόγος για αντιτιθέμενες Σχολές στη διαχείριση της οικονομίας. Ομως, σε οποιαδήποτε Σχολή και εάν εντάσσεται κάποιος, στοιχεία αμείλικτα επιβεβαιώνουν στασιμότητα και συρρίκνωση της αγοραστικής αξίας των μισθών στην πρόσφατη 30ετία, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Τα μερίδια κερδών στο εθνικό εισόδημα διογκώθηκαν, εκείνα της εργασίας συρρικνώθηκαν, ιδίως στη χώρα μας και στη νότια Ευρώπη. Το κενό στο εισόδημα και στη ζήτηση καλύφθηκε με δανεισμό, είτε ιδιωτικό είτε δημόσιο. Η γενικευμένη υπερχρέωση, που αποκαλύφθηκε από το 2008, λειτουργούσε «διορθωτικά» στις ευρυνόμενες ανισότητες εισοδήματος και πλούτου. Η πραγματική διόρθωση θα απαιτούσε σοβαρή αναδιανεμητική πολιτική υπέρ των ασθενεστέρων. Αντ' αυτής, εφαρμόστηκε η ανταποδοτική πολιτική μοχλεύσεων και δανειακού χρήματος. Στις ΗΠΑ της περιόδου 1960-1980, οι κοινωνικές παροχές αύξαναν το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών κατά 50%. Στην επόμενη 30ετία, 1980-2009, οι παροχές αντικαταστάθηκαν με δάνεια, που αύξησαν το φαινομενικό οικογενειακό εισόδημα κατά 130%. Ομως, τα δάνεια εγγράφονται ως χρέος, που αφαιρείται και δεν προστίθεται στο πραγματικό οικογενειακό εισόδημα. Στη χώρα μας, το μερίδιο των μισθών κατήλθε κάτω του 50% του ΑΕΠ, ενώ η δανειακή εξάρτηση των νοικοκυριών υπερβαίνει το 50% του ΑΕΠ. Το δανειακό εισόδημα διπλασίασε έτσι τη φαινομενική αγοραστική δύναμη των μισθωτών. Με την αφαίρεση των δανείων, το πραγματικό εισόδημα, εάν δεν απέβη αρνητικό, όπως στην Αμερική, οπωσδήποτε συρρικνώθηκε, ακόμη και σε σχέση με το 1980.

Η τρέχουσα κρίση αποδίδεται σε αφερεγγυότητα των δανειοληπτών, η εποχή της δανειστικής οικονομίας αφορίζεται. Αυτό συνιστά καίριο πλήγμα στη λειτουργία του συστήματος της τελευταίας 30ετίας. Εάν προστεθούν το ελληνικό Μνημόνιο και η ευρωπαϊκή δημοσιονομική λιτότητα, που περικόπτουν περαιτέρω το εργασιακό κόστος και τα κοινωνικά προγράμματα, τότε επιστρέφουμε στην εποχή τού Αγά: «Πονεί δόντι; - Κόβει κεφάλι, δεν πονεί δόντι». Η Ελλάδα, με το χαμηλότερο εργασιακό κόστος ανά μονάδα προϊόντος και το χαμηλότερο μερίδιο εργασίας στο ΑΕΠ, ηγείται της περιστολής του εργασιακού κόστους στην Ευρώπη, με πρόσχημα την ανάκτηση ανταγωνιστικότητας. Ομως έτσι, το οξύ και επείγον πρόβλημα ανισοκατανομής εισοδήματος, βαθύτερη αιτία της σημερινής κρίσης, δεν θεραπεύεται, αλλά περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Αλλά και η ελληνική ανταγωνιστικότητα δεν είναι ευκαταφρόνητη: κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή , «στην πρόσφατη 10ετία, η ανταγωνιστική θέση της Ελλάδος εξελίχτηκε ευνοϊκότερα από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης των 27».

Στη διαμάχη του 1930 μεταξύ Κέινς και φιλελευθέρων, παρενέβη ο Ερβιν Φίσερ (1867-1947), ο «μεγαλύτερος Αμερικανός οικονομολόγος», κατά τον Μίλτον Φρίντμαν. Μολονότι της Σχολής τού Σικάγου, με εντιμότητα, ο Φίσερ διαπίστωσε το προφανές: όταν οι τιμές αποκλιμακώνονται, η ανταγωνιστικότητα βελτιώνεται, τα ισοζύγια ισοσκελίζονται, αλλά τα χρέη επιβαρύνονται, η αποπληρωμή αποβαίνει αδύνατη, καθ' όσον απαιτούνται απείρως περισσότερα πραγματικά αγαθά προς εξυπηρέτηση των δανείων. Ο πληθωρισμός απαξιώνει τα χρέη, ο αποπληθωρισμός επιβαρύνει την πραγματική αξία τους. Εάν τα αγαθά και η τιμή της εργασίας υποτιμηθούν, απαιτούνται περισσότερα αγαθά και εργασία προς αποπληρωμή του χρέους. Ο αποπληθωρισμός συνεπάγεται πρόσθετη απομύζηση του οφειλέτη από τον πιστωτή. Επιεικής λύση σε παρόμοια περίπτωση θα ήταν η συναινετική επαναδιαπραγμάτευση της αποπληρωμής των δανείων, ώστε το εθνικό εισόδημα να αυξάνει και οι οφειλέτες να μη συνθλίβονται με τον αποπληθωρισμό. Στη χώρα μας, η κυβέρνηση παραμένει εκτός πραγματικότητος: ο πληθωρισμός δεν αποκλιμακώνεται, εφόσον δεν οφείλεται στο εργασιακό κόστος, αλλά στη δυσκαμψία του νομίσματος. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποκλιμακώνεται, ενόσω η κυβέρνηση αποκλείει κάθε αναδιάρθρωση του χρέους, το ειδικό βάρος του στο εθνικό εισόδημα δεν θα ελαφρύνεται, αλλά θα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο. Στην Ελλάδα, πρόβλημα δεν είναι τόσο ο νεοφιλελευθερισμός όσο η ακεραιοφροσύνη και αδιαλλαξία των νεόφυτων και των καθυστερημένα αυτομολούντων προς αυτόν.