Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντιπροσώπευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντιπροσώπευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1/6/14

Κοντογιώργης: συνέντευξη περί πολιτικής αυθαιρεσίας, αντιπροσώπευσης και Λουδοβίκων


Γ. Κοντογιώργης: Πώς είναι διανοητό μια ολόκληρη κοινωνία να εναποθέτει τις τύχες της σε έναν άνθρωπο, τον λεγόμενο πρωθυπουργό ή πρόεδρο, ο οποίος μπορεί να χρηματισθεί, να εκβιασθεί, να υποκύψει σε εγχώριους ή και σε ξένους παράγοντες επί ζημία της χώρας, 28.5.2014





Συνέντευξη στις 28.5.2014 στον κυπριακό ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Πρώτο και στον δημοσιογράφο Λάζαρο Μαύρο.

Πηγή: http://contogeorgis.blogspot.gr/

7/4/14

Τερατογενέσεις της… εφαρμοσμένης δημοκρατίας

Γιώργος Κοντογιώργης, Προς ένα νέο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ, 29.3.2014

Η πλήρης συνέντευξη του Γιώργου Κοντογιώργη, στο Δρόμο της Αριστεράς (Στον Ζαχαρία Ρουστάνη). Ο Γιώργος  Κατρούγκαλος και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς έχουν επίσης απαντήσει στις ίδιες ερωτήσεις (http://e-dromos.gr).

1. ΕΡ. ΔτΑ. Η άνοδος της Ακροδεξιάς, η μεγάλη αποχή, η ανοχή, ανεκτικότητα - παραίτηση του πολίτη από τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, όλες αυτές οι όψεις της κρίσης εκπροσώπησης, συνιστούν «τερατογενέσεις» της Δημοκρατίας ως αποτέλεσμα της κακοποίησης, της καταστρατήγησης, του «βιασμού» των βασικών αρχών και της ουσίας του δημοκρατικού πολιτεύματος;

ΑΠ. Γ.Κοντογιώργης: Τα φαινόμενα που επισημαίνετε αποτελούν εκδήλωση ενός αδιαμφισβήτητου γεγονότος. Της ολικής κατάρρευσης του καθεστώτος που οδήγησε στη μετάβαση του νεότερου κόσμου, με αφετηρία την δυτική Ευρώπη, από την (φεουδαρχία, κρατική) δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Κατάρρευσης, που δηλώνει το τέλος της εποχής αυτής και τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, κατά την οποία οι παράμετροι που κινούν τη εξέλιξη, με πρώτη την οικονομία, διήλθαν τα στενά όρια του κράτους, χειραφετήθηκαν έναντι της πολιτείας και μεταλλάχθηκαν ριζικά, θέτοντας στην κορυφή της πυραμίδας όχι πια την βιομηχανική αλλά την χρηματοπιστωτική εκδοχή τους. Την πραγματικότητα αυτή το παρόν σύστημα αδυνατεί αντικειμενικά να διαχειρισθεί, με άξονα το κοινό συμφέρον. 

8/7/12

Η διαλεκτική των μύθων ΙΙ

του Σ. Μ.

Ούτε κοινοβουλευτική ούτε δημοκρατία.

Συνέχεια απ' το πρώτο μέρος.

Οι θεσμοί, οι διαδικασίες, οι ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα, η τοπική αυτοδιοίκηση, η
Ευρωπαϊκή Ένωση, το Έθνος και τόσοι άλλοι σύγχρονοι μύθοι, προσπαθούν, καθημερινά, να μας πείσουν ότι ζούμε στο καλύτερο δυνατό πολίτευμα και στην καλύτερη δυνατή κοινωνία που υπάρχει. Η απόφανση του Αυγουστίνου ότι ο κόσμος που ζούμε είναι ο καλύτερος δυνατός, εφόσον επιλέχτηκε από τον θεό, μετουσιώνεται στο καλύτερο, δυνατό, πολίτευμα εφόσον το επέλεξαν οιπολίτες. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;

Ο κοινοβουλευτισμός, ως μορφή συλλογικών αποφάσεων, έχει βαθιές ρίζες στην αγγλική ιστορία.

Οι ευγενείς και η αριστοκρατία κατάφεραν να πλήξουν την κεντρική εξουσία ενός βασιλιά που
βασίλευε αλλά δεν κυβερνούσε. Ήδη από τον 13ο αιώνα, η Magna Carta, θέτει τους πρώτους (έστω
στοιχειώδεις) περιορισμούς σε μια βασιλική εξουσία που θα συνεχίσει να αυτοκαταστρέφεται μέσα
από τους πολέμους των διαδόχων και τις θρησκευτικές επιλογές της. Η κορύφωση της
αντιβασιλικής πάλης, το 1648, θα αποδώσει μια μορφή κοινοβουλίου (Μακρό) που ουσιαστικά θα
υπάρχει για να προστατεύει τα δικαιώματα των ευγενών. Ακόμη και στην περίπτωση αμφισβήτησης της κεντρικής εξουσίας του Κρόμβελ, αυτός δεν θα διστάσει να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στα χέρια του και να αποκληθεί Προστάτης – Δικτάτορας (ρωμαϊκός όρος ενιαύσιου αξιώματος που απένεμε σε εξαιρετικές περιπτώσεις η Γερουσία). Το (λεγόμενο) Κοινοβούλιο ήταν μόρφωμα της δύναμης των αριστοκρατών και αυτή εξυπηρετούσε. Η λειτουργία του αλλά και ο τρόπος που διοικούσε, με τρόμο, τη χώρα αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στο έργο του Β. Ουγκώ, “Ο άνθρωπος που γελά”, μία καταπληκτική απεικόνιση της Αγγλίας της εποχής.

9/4/12

Η ανατροπή τους είναι λαϊκός μονόδρομος


Με την μόνιμη επωδό, τάδε έφη Τρόϊκα –δανειστές, πολυεθνικές και εγχώρια επιχειρηματικά συμφέροντα σχεδιάζουν νέα επίθεση στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα από τον Ιούνιο.

Οι σχεδιασμοί περιλαμβάνουν:
Νέα μείωση στους κατώτατους μισθούς.
Περικοπή των δώρων – επιδομάτων, άμεσα, του 14ου μισθού.
Μείωση μέχρι ολική κατάργηση των αποζημιώσεων για απολύσεις. Ιδιαίτερη πίεση σε αυτή την κατεύθυνση ασκούν οι τραπεζίτες που θέλουν να προχωρήσουν οι συγχωνεύσεις των τραπεζών με παράλληλη μείωση του αριθμού των τραπεζικών καταστημάτων. Προγραμματίζουν απολύσεις για περισσότερους από 30.000 υπαλλήλους, ακόμα και μέσα στο 2012.  

Στην ίδια κατεύθυνση θα κινηθούν οι σχεδιασμοί για τις ΔΕΚΟ με παράλληλη εκχώρηση του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών στους ιδιώτες. Στις ΔΕΚΟ προετοιμάζουν δεκάδες χιλιάδες απολύσεις.

5/4/12

Σπύρος Ραυτόπουλος: Αυτοκυβέρνηση και καθεστώς ετερονομίας



Τοποθέτηση του Σπύρου Ραυτόπουλου, συνθέτη και συγγραφέα, στην εκδήλωση-συζήτηση: Άμεση δημοκρατία, αυτοδιαχείριση, αλληλέγγυα συνεργατική οικονομία, που διοργάνωσε η εργατική εφημερίδα ΔΡΑΣΗ στο Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα, στις 29 Μαρτίου 2012.

21/3/12

Ο φόβος της δημοκρατίας

(από το τριμηνιαίο περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ, τεύχος 118, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012)


του Σπύρου Ραυτόπουλου



    Η διάδοση της αστικής φιλελεύθερης μυθολογίας και η διαφύλαξη της πολιτικής τελετουργίας που έχουν ανατεθεί στους τελετάρχες του κοινοβουλευτισμού και τους μάγους της πολιτικής επιστήμης συντελείται κυρίως μέσω της διαστρέβλωσης τριών εννοιών, της δημοκρατίας, της αντιπροσώπευσης και της νομιμοποίησης. Νοηματικές αντιμεταθέσεις, αναβαπτισμοί[1], μίξεις, αφαιρέσεις, γενικεύσεις και άλλα γλωσσικά παιχνίδια και ιδεολογικά τεχνάσματα έχουν εδώ και αιώνες τεθεί  στην υπηρεσία της πολιτικής προπαγάνδας που σκοπό της έχει να παρουσιάζει -προς όφελος της οικονομικής και πολιτικής ελίτ- ως δημοκρατία κάθε πολίτευμα που διατηρεί μια στοιχειώδη απόσταση από τον ολοκληρωτισμό.    

     Ένα βασικό θεωρητικό εργαλείο πρόκλησης της εν λόγω σύγχυσης υπήρξε η μετατροπή του όρου δημοκρατία από είδος σε γένος, όπως δείχνει η προσθήκη επιθετικών προσδιορισμών (αντιπροσωπευτική, προεδρική, κοινοβουλευτική, φιλελεύθερη, ανταγωνιστική, συναινετική, αστική, άμεση κ.λπ.). Η θεωρητική κατηγοριοποίηση μέσω τέτοιων προσδιορισμών παρέχει στην εξουσία το απαραίτητο επιστημονικοφανές άλλοθι για μια πολύ βολική νόθευση της αυθεντικής ιδέας. Η δημοκρατία σε επίπεδο γλωσσικό μετατράπηκε σε υπερώνυμο που περιλαμβάνει πλέον πλήθος υπωνύμων. Σε επίπεδο εννοιολογικό υπέστη τέτοια αποδομητική ερμηνευτική μεταχείριση ώστε ορισμένα «είδη» του «γένους» δημοκρατία, τα οποία εξετάζονται από την πολιτική θεωρία να έχουν ελάχιστα γνωρίσματα συμβατά με το αυθεντικό περιεχόμενο της ιδέας. Η αλλοίωση της έννοιας ιστορικά συντελέστηκε με τη συρρίκνωση της σημασίας είτε του πρώτου είτε του δεύτερου συνθετικού του όρου. Από τη μία ήταν ο δήμος που ως μέγεθος περιοριζόταν αριθμητικά στις ως επί το πλείστον μικρές διαστάσεις που του επέτρεπε κάθε ιστορική περίοδος, κοινωνικοπολιτικό σύστημα και γεωπολιτική επικράτεια. Δήμος δεν θεωρείτο ποτέ ολόκληρη η κοινωνία, άρα πολιτική συμμετοχή είχαν μόνο συγκεκριμένα κοινωνικά υποσύνολα. Είναι γνωστό π.χ. ότι μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα δικαίωμα ψήφου είχε λιγότερο από το 50% του γενικού πληθυσμού, ενώ το αντίστοιχο δικαίωμα των γυναικών κατακτήθηκε μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα. Αλλά πολύ πριν συμβεί αυτή η προοδευτική μεταβολή είχε ήδη συρρικνωθεί το πολιτικό νόημα της ψήφου. Έτσι, το δεύτερο συνθετικό του όρου, το ρήμα κρατέω, που σημαίνει έχω εξουσία, κυβερνώ, έχω κυριότητα, είχε ήδη χάσει προ πολλού το πραγματικό του νόημα, που εν προκειμένω είναι αυτό της άμεσης συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων και του καθορισμού του πολιτικού περιεχομένου, και είχε αποκτήσει περίπου συμβολική χροιά. Με απλά λόγια οι άνθρωποι που αποφασίζουν έγιναν περισσότεροι, αλλά αυτά για τα οποία έχουν δικαίωμα να αποφασίσουν είναι πλέον αμελητέα, και άρα η αξία της θεσμισμένης πολιτικής τους παρέμβασης ελαχιστοποιείται. Έχουμε μεγέθυνση της μιας συνιστώσας και συρρίκνωση της άλλης, κάτι που αντανακλάται και στη αυθαίρετη χρήση του όρου. Η αυθαιρεσία αυτή και η απονοηματοδότηση την οποία συνεπάγεται, ενθαρρύνθηκε από την επίσημη ρητορεία μιας αυτονομημένης και αυθαιρετούσας εξουσίας τελούσας υπό τις ευλογίες μιας πολιτικής επιστήμης που σε μεγάλο μέρος της παραμένει ασφαλώς ταξικά προσανατολισμένη.

    Έχουμε λοιπόν παραχάραξη που συνίσταται από τη μία στον περιορισμό του πολιτικού βάθους της έννοιας και από την άλλη στην αυθαίρετη επέκταση του πλάτους της. Ο όρος 'δημοκρατία', μέσω σημασιακής έκπτωσης και γενίκευσης, σταδιακά εκφυλίστηκε σε καθημερινό εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης και εκτόπισης της πραγματικής πολιτικής ελευθερίας. Τον τίτλο του δημοκρατικού φέρουν πλέον νόθα αντιπροσωπευτικά συστήματα, ολιγαρχίες, μοναρχίες, και αυταρχικοί θεσμοί. Το ομαδικό φαντασιακό υπό την επήρεια μιας αχαλίνωτης δημαγωγικής μυθοπλασίας έφτασε πλέον να περιλαμβάνει και σειρά αυταπόδεικτα ατυχών ευφημισμών όπως εκείνος του «εκδημοκρατισμού» του στρατεύματος και των σωμάτων ασφαλείας, δηλαδή θεσμών εκ φύσεως ιεραρχικών και αυταρχικών, με εσωτερική δομή και λειτουργία φύσει ασύμβατες με τις δημοκρατικές διαδικασίες. Ως τέτοιο «εκδημοκρατισμό» δεν εννοούν φυσικά τίποτα περισσότερο από τη στελέχωση των σωμάτων αυτών με κάποιους αξιωματούχους των οποίων η αφοσίωση στα αστικά φιλελεύθερα ιδεώδη δεν έχει λόγους να αμφισβητηθεί. Η όλη ιδεολογία και η διαχρονική επιχείρηση εξαπάτησης της κοινωνίας στηρίχθηκαν σε μια σειρά διασταλτικών ερμηνειών της δημοκρατίας με αναπόδραστες συσταλτικές συνέπειες στο πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής ισότητας, πρωταρχικά δε στο πεδίο της πολιτικής αρμοδιότητας του δήμου.

     Από αμετανόητη προσκόλληση στην χίμαιρα της κομματικής εκπροσώπησης και από φόβο και αμηχανία μπροστά στην προοπτική ενός πραγματικού εκδημοκρατισμού, οι συστημικοί προπαγανδιστές προβάλλουν την αναγκαιότητα και αποτελεσματικότητα της ετερονομίας, υπό την δήθεν ικανή συνθήκη της ύπαρξης στοιχειωδών προς την εξουσία φραγμών, που πάντως και αυτοί είναι προσχηματικοί καθώς συνήθως υφίστανται μόνο στη σφαίρα μιας γενικόλογης ηθικολογίας ή το πολύ μιας αναποτελεσματικής και συχνά ανεφάρμοστης νομοθεσίας. Τα διακυβεύματα, οικονομικά και πολιτικά, είναι πολύ σημαντικά για να αφεθούν στην αδέκαστη κρίση μιας μη ταξικής ηθικής και μιας πραγματικά ανεξάρτητης δικαιοσύνης. Μέσα στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής το κράτος όχι μόνο δεν μπορεί να παίζει αμερόληπτα έναν εξισορροπητικό και ενοποιητικό ρόλο μεταξύ των αλληλοσυγκρουόμενων κοινωνικών δυνάμεων, αλλά αντιθέτως συντελεί στον ταξικό διαχωρισμό, τον οποίον ταυτοχρόνως υπερασπίζεται προς όφελος της κυρίαρχης τάξης. Όπως λέει ο Πουλαντζάς, «το θέμα είναι ότι οι κοινωνικές τάξεις αποτελούν το αποτέλεσμα, θα δούμε με ποιαν ακριβή έννοια, ορισμένων επιπέδων των δομών, που σ' αυτές περιλαμβάνεται το Κράτος.»[2]  Δε θα μπορούσε να γίνεται αλλιώς στα πλαίσια μιας οργάνωσης της κοινωνίας και του κράτους, η οποία δεν περιγράφεται ως ταξική μόνο από τους μαρξιστές, αλλά γίνεται άμεσα ή έμμεσα αποδεκτή ως τέτοια και από αντιφρονούσες μερίδες πολιτικών επιστημόνων: «Γεγονός είναι ότι υφίσταται, υφ' οιανδήποτε έστω μορφήν, "άρχουσα τάξις" εξουσιάζουσα την πλειονότητα»[3].

     Εξάλλου υπάρχουν όχι μόνον απολύτως συντηρητικοί θεσμοί αλλά και θεσμικά κενά που εκμεταλλεύεται ο πολιτικοοικονομικός συντηρητισμός. Ακόμα χειρότερα, ένας θεσμός (προοδευτικός ή μη) είναι, κατά μία έννοια, από τη φύση του ένας μηχανισμός κοινωνικής ή και πολιτικής συντήρησης, αφού αυτό που σημαίνει, που εγκαθιστά και που υπερασπίζεται είναι ακριβώς μια τυπική επανάληψη. Οι θεσμοί έχουν μια τάση να αυτονομούνται και να διαθέτουν τη δυνατότητα όχι μόνο στενά ταξικού αλλά και ευρύτερου κοινωνικού επικαθορισμού. Σημειώνει ο Καστοριάδης:

            [...] ο θεσμός, μόλις τεθεί, φαίνεται να αυτονομείται, διαθέτει δική του αδράνεια και λογική, ξεπερνά, στην επιβίωση και στα αποτελέσματά του, τη   λειτουργία του, τους «σκοπούς» του και τους «λόγους υπάρξεώς» του. Οι προδηλότητες αντιστρέφονται. Αυτό που «στην αρχή» μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα σύνολο θεσμών στην υπηρεσία της κοινωνίας, γίνεται μια κοινωνία   στην υπηρεσία των θεσμών[4]

    Αυτός όμως είναι ένας επιπλέον λόγος να τίθενται οι θεσμοί υπό άγρυπνο κοινωνικό έλεγχο και διαρκή αναθεώρηση, κάτι που μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια μιας διαρκούς κοινωνικής αυτοθέσμισης. Η σύγχρονη πολιτική μυθολογία χρησιμοποιεί αντιθέτως διαλεκτικά μέσα -συνήθως χλωμά - για να αμφισβητήσει τα σημερινά περιθώρια για έναν ουσιαστικό έλεγχο του δήμου επί των κοινών υποθέσεων παραπέμποντάς τον στις καλένδες ή σε κάποιο μουσείο πολιτικής ιστορίας, ενώ προκρίνει δήθεν ρεαλιστικότερα κοινοβουλευτικά υποκατάστατα. Στις αστικές «δημοκρατίες» αυτός ο υποτιθέμενος ρεαλισμός επικαλείται τις δυσκολίες και τα μειονεκτήματα της ευρείας κοινωνικής παρέμβασης (μεγάλος πληθυσμός, υψηλό κόστος λήψης αποφάσεων, δημαγωγία, αργές διαδικασίες κ.λπ.) ενώ διατυμπανίζει τα πλεονεκτήματα της ελεύθερης «αντιπροσώπευσης» (πολιτική ευελιξία, ταχύτητα αντανακλαστικών, εξοικείωση των πολιτικών καριέρας με το αντικείμενο της πολιτικής, αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα, κ.α.). Αποσιωπά βεβαίως μια σειρά από άβολες αλήθειες, όπως ότι η σημερινή τεχνολογία των δικτύων απαντά στο τεχνικό ζήτημα του μεγάλου πληθυσμού και των δυνατοτήτων άμεσης πολιτικής του παρέμβασης (στις περιπτώσεις που η δημοκρατία πρόσωπο με πρόσωπο θα συναντούσε δυσκολίες), ότι το κόστος των δημοψηφισμάτων δεν μπορεί να συγκρίνεται με αυτό των βουλευτικών και λοιπών εκλογών, ότι π.χ. ο ηθοποιός που μετατρέπεται σε πολιτικό καριέρας  δεν διαθέτει κατ' αρχάς μεγαλύτερη εξοικείωση με την οικονομία, τη χωροταξία, ή την εμπορική ναυτιλία από ότι ο μέσος πολίτης, ότι ο πολίτης που αποφασίζει για ειδικά ζητήματα που τον αφορούν έχει περισσότερους και σοβαρότερους λόγους να πληροφορηθεί σωστά και άρα περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει σε σωστή και κοινωνικά χρήσιμη απόφαση από έναν υποτιθέμενο και πιθανώς διαπλεκόμενο με διάφορα συμφέροντα αντιπρόσωπό του, ότι τα περιθώρια διόρθωσης μιας προηγούμενης λανθασμένης πολιτικής απόφασης είναι σαφώς μεγαλύτερα σε μια δημοκρατία παρά σε ένα ολιγαρχικό καθεστώς, και πολλά άλλα, μεταξύ των οποίων ότι εν τέλει αν πρόκειται η κοινωνία να πληρώσει για κάποια λάθη, είναι καλύτερα να πληρώσει για τα δικά της και όχι για λάθη τρίτων.

     Ένας σημαντικός φόβος που συνδέεται με τη δημοκρατία είναι ο φόβος της ισχύος και της ορθοκρισίας της πλειοψηφίας.

            [...] η βούληση της πλειοψηφίας είναι «φαντασιακή, επιρρεπής σε σφάλματα και εύκολο να παραπλανηθεί» (Offe, 1992: 127) [...]
            [...] κοινωνικά δεσμευτικές αποφάσεις, βασιζόμενες στην αρχή της πλειοψηφίας, «κατά κανόνα δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές ως λογικά  συναφείς ή ως αποτέλεσμα ενός... μεγέθους όπως η "κοινωνία" ή ο "λαός"» (
Riker, 1980b:456) [...]
            [...] όλες οι πλειοψηφίες είναι «εκτός ισορροπίας» (
Weal, 1995: 381) [...] [5]

   
Ένα τεράστιο τμήμα της αντιδημοκρατικής φιλολογίας και φιλοσοφίας επικαλείται υποκριτικά και σχεδόν προκλητικά την προστασία της μειονότητας από μια ενδεχόμενη τυραννία της πλειονότητας. Τους ανησυχεί και τους απασχολεί δηλαδή ένα δυσάρεστο ενδεχόμενο, αλλά όχι και μια εφιαλτική πραγματικότητα, που είναι η σημερινή έλλειψη προστασίας της πλειονότητας από μια προνομιούχο μειονότητα!

     Ούτως ή άλλως στα μεταμοντέρνα πλαίσια των γλωσσικών παιχνιδιών έχουν αναπτυχθεί λογικές ακροβασίες και ένας άκρως επικίνδυνος πολιτικός κυνισμός. Ο Λυοτάρ αναφερόμενος στις απόψεις του Luhmann σχετικά με την αξιοποίησή των πληροφοριών από μέρους της κοινωνίας και την καθυστέρηση που η γνωμοδότησή της συνεπάγεται για τη λήψη αποφάσεων, παρατηρεί:

            [...] Θα πουν ότι όντως πρέπει να λάβουμε υπόψη μας αυτές τις μοριακές γνώμες αν δε θέλουμε να διακινδυνεύσουμε σοβαρές διαταραχές. Ο Luhmann απαντάει -και αυτό είναι το δεύτερο σημείο- ότι είναι δυνατό να κατευθύνουμε τους ατομικούς πόθους με μια διαδικασία «οιονεί-εκμάθησης» «απαλλαγμένη  από κάθε διαταραχή», ώστε αυτοί να καταστούν συμβατοί με τις αποφάσεις του      συστήματος. Αυτές οι τελευταίες δε χρειάζεται να σεβαστούν τους πόθους: πρέπει οι πόθοι να ποθήσουν αυτές τις αποφάσεις, τουλάχιστον τα αποτελέσματά τους. Οι διοικητικές διαδικασίες θα ωθήσουν τα άτομα να «θελήσουν» ό,τι χρειάζεται σε ένα σύστημα για να είναι αποτελεσματικό.[...] [6]

     Η νομιμοποίηση της εξουσίας κινείται εκτός κανονιστικών και ηθικών πλαισίων. Όση χρειάζεται το σύστημα την αντλεί μέσα από τους ίδιους τους μηχανισμούς του. Τα κριτήριά της είναι περισσότερο ποσοτικά παρά ποιοτικά και συναρτώμενα με την «αποδοτικότητα» του συστήματος. Μέσα σε ένα όλο και περισσότερο αυτονομούμενο σύστημα εξουσίας, η νομιμοποίηση, όποια θεσμική μορφή κι αν παίρνει, δεν λειτουργεί παρά ως ένας περίπου αυτόματος μηχανισμός δικαίωσης των επιλογών και της ισχύος αυτής της εξουσίας. Με τη σειρά της η ισχύς αυτή παράγει νέα νομιμοποίηση.

            [...] Η αλήθεια όμως είναι ότι η αποδοτικότητα, αυξάνοντας την ικανότητα διαχείρισης της απόδειξης, αυξάνει επίσης την ικανότητα να έχει κάποιος   δίκιο [...] οι πιθανότητες που έχει μια τάξη πραγμάτων ως δίκαιη αυξάνονταν, όπως λέγεται, όσο και οι πιθανότητες που έχει να εκτελεστεί, και οι τελευταίες πάλι αυξάνονται μαζί με την αποτελεσματικότητα αυτού που δίνει τις εντολές. Έτσι ο Luhmann πιστεύει ότι διαπιστώνει στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες την αντικατάσταση της κανονιστικής ισχύος των νόμων με την αποδοτικότητα των διαδικασιών.[7]

    Όταν γράφονταν τα παραπάνω (1979) ο κυνισμός αυτός του πραγματισμού οφειλόταν στη φαινομενική αποτελεσματικότητα του συστήματος και την περιβόητη αποδοτικότητα των διαδικασιών. Αλλά δεν υπήρξε μόνον επακόλουθο του «θριάμβου» της αποδοτικότητας, αλλά και ηθικός αυτουργός της. Ο μεταμοντέρνος μηχανισμός της νομιμοποίησης περιγράφεται σαφέστερα παρακάτω:

            [...] Ο ορίζοντας αυτής της διαδικασίας είναι ο ακόλουθος: αφού η «πραγματικότητα» είναι εκείνη που προσφέρει τις αποδείξεις για την επιστημονική επιχειρηματολογία και τα αποτελέσματα για τις επιταγές και τις υποσχέσεις νομικής, ηθικής και πολιτικής υφής, κυριαρχούμε πάνω στις μεν και  στις δε κυριαρχώντας πάνω στην «πραγματικότητα», πράγμα που το επιτρέπουν οι τεχνικές. Ενισχύοντας τις τελευταίες, «ενισχύουμε» την πραγματικότητα, συνεπώς τις πιθανότητες να είναι δίκαιη και να έχει δίκιο. Αντίστροφα, ενισχύουμε τόσο περισσότερο τις τεχνικές όσο μπορούμε να διαθέτουμε την επιστημονική γνώση και την εξουσία της λήψης των αποφάσεων. Έτσι η νομιμοποίηση παίρνει μορφή από τη δύναμη.[8]

    Σε σχετική σημείωση αναφέρεται ο σχολιασμός του Luhmann από τον Cl. Mueller: «Μέσα στις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, η νόμιμη-ορθολογική νομιμοποίηση έχει αντικατασταθεί από μια τεχνοκρατική νομιμοποίηση, που δεν αποδίδει καμιά σημασία (significance) στις πεποιθήσεις των πολιτών ούτε στην ίδια την ηθικότητα».[9] Σύμφωνα με τον Λυοτάρ η δύναμη ελάχιστα ενδιαφέρεται για το δηλωτικό παιχνίδι (αληθές/ψευδές) και για το επιτακτικό παιχνίδι (δίκαιο/άδικο), αλλά σχετίζεται με το τεχνικό παιχνίδι (αποτελεσματικό/αναποτελεσματικό). Το πολιτικό σύστημα δεν είναι πλέον αντικείμενο μόνο της πολιτικής φιλοσοφίας και των πολιτικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά γίνεται όλο και περισσότερο αντικείμενο των θετικών επιστημών, αντικείμενο ποσοτικοποιήσεων, μετρήσεων, και μαθηματικών υπολογισμών. Στα πλαίσια αυτά η δημοκρατία «μετράται» με τον αριθμό των κομμάτων, τη συμμετοχή των εκλογέων στις εθνικές εκλογές, την κλίμακα δικαιωμάτων του πολίτη κ.λπ. (Freedom House), την κλίμακα «δημοκρατίας»/αυταρχισμού (Jaggers/Gurr), τη διασπορά των πηγών εξουσίας (Vanhanen), τις τιμές πολυαρχίας (Dahl, όπως επίσης Coppedge και Reinicke), το δείκτη πολιτευμάτων (Alvarez) και άλλες μεθόδους και μεγέθη. Σύμφωνα με την άλγεβρα της δημοκρατικότητας νικητές -έστω και με διαφορετική κάθε φορά σειρά- αναδεικνύονται, όπως θα περίμενε κανείς, τα αστικά κοινοβουλευτικά συστήματα, αφού τα κριτήρια θα μπορούσαμε να τα δούμε και ως επιμέρους χρησμούς μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας που δικαιώνει τις επιλογές της πολιτικά υπερήφανης Δύσης. Παράλληλα η συστημική ανάλυση προχωρά στην αναζήτηση θεωρητικών μοντέλων πολιτικής συμπεριφοράς:

            [...] η συστημική θεώρηση των πολιτικών σχέσεων μπορεί να αποδειχθεί    εξαιρετικά χρήσιμη στην περαιτέρω διερεύνηση των σχέσεων αυτών με σκοπό πάντα την «ανακάλυψη» ενός θεωρητικού προτύπου που θα προσδιορίζει, έστω και κατά προσέγγιση (τι περισσότερο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε;) μερικούς βασικούς «νόμους» που διέπουν την πολιτική συμπεριφορά.[10]

Το πρότυπο, ή τα πρότυπα αυτά, οφείλουν μάλιστα σύμφωνα με τις επιταγές της συστημικής ανάλυσης να κρατάνε αποστάσεις από την πολιτική φιλοσοφία με την κλασική τουλάχιστον έννοια, και από θεωρήσεις αξιοκρατικές και ηθικολογικές:

            Οι Easton, Almond, Mitchell και οι λοιποί οπαδοί της «συστημικής» αναλύσεως προσπαθούν να διατυπώσουν λογικά διατεταγμένες κατηγορίες του πολιτικού συστήματος που να έχουν καθολική εφαρμογή. Προσπαθούν να ανακαλύψουν και να διατυπώσουν έναν κ ώ δ ι κ α που να βασίζεται σε «επιστημονικές-μαθηματικές» αρχές και δεδομένα, μακριά όσο είναι δυνατό από φιλοσοφικές, αξιοκρατικές ενατενίσεις.[11]

     Σήμερα που οι τεχνικές λύσεις αποδεικνύονται ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση μιας κρίσης βαθειά πολιτισμικής και μάλιστα πολιτικής, γίνεται ολοένα φαεινότερο ότι όσο κι αν η εξουσία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τα γλωσσικά παιχνίδια ως νομιμοποιητικά εργαλεία, και τις θετικές επιστήμες ως μέσα πρόβλεψης και παραγωγής πολιτικών συμπεριφορών, η κοινωνική πραγματικότητα διαψεύδει τις επιλογές της. Παρά ταύτα τέτοιες ιδέες και τεχνικές νομιμοποίησης εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται και να λειτουργούν συμπληρωματικά προς την επίσημη θεσμική νομιμοποίηση (η οποία στα κοινοβουλευτικά συστήματα αντλείται μέσω κυρίως των εκλογών), μέσα σε ένα ευρύτατο πλαίσιο τεχνικής, συνταγματικής και νομικής κατοχύρωσης της ετερονομίας. Έχουμε, σχεδόν αποκλειστικά, συντάγματα και νόμους που αντί να προστατεύουν τη λαϊκή κυριαρχία από την αντιλαϊκή αυθαιρεσία οποιασδήποτε εξουσίας, προστατεύουν αντιθέτως την εξουσία από οποιαδήποτε καθοριστική κοινωνική παρέμβαση, αφού δεν προβλέπουν θεσμούς επιβολής της κοινωνικής βούλησης, ούτε καν αποτελεσματικού ελέγχου της εξουσίας. Είναι προφανές ότι οι εκλογές δεν είναι τέτοιος θεσμός διότι δεν αφορούν το ίδιο το περιεχόμενο της πολιτικής αλλά μόνον το φορέα άσκησής της. Επιπροσθέτως η εξουσία αντλεί πρόσθετη, εξωθεσμική μεν, καθοριστική δε νομιμοποίηση και αυτο-νομιμοποίηση μέσω των ιδιόκτητων τηλεοπτικών της παραθύρων και των λοιπών μέσων χειραγώγησης της κοινής γνώμης.

     Η νομιμοποίηση και, μέσω αυτής, η αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας και η διατήρηση της κοινωνικής πραγματικότητας δε συντελούνται βέβαια μόνο σε επίπεδο διοίκησης ή συλλογικό. Συντελούνται και εντός της ατομικής συνείδησης που δυσκολεύεται να προβάλει πνευματική και ηθική αντίσταση και που λειτουργεί ως ισχυρός κρίκος της αλυσίδας με την οποία κρατιέται δέσμια η κοινωνία. Άτομο και κοινωνία συμπράττουν συνειδητά ή ασυνείδητα στη διατήρηση της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας αλληλοτροφοδοτούμενοι με τα ιδεολογικά υποπροϊόντα της «τέχνης του εφικτού» όπως και της βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών αλλά και προτύπων ζωής, και άρα παίζοντας το παιχνίδι της εξουσίας. «Σε μια κοινωνία που δεν αφήνει τους ανθρώπους να συνηθίσουν ποτέ να σκέφτονται πέρα από τον εαυτό τους, ό,τι ξεπερνά την αναπαραγωγή της ζωής τους είναι περιττό, ακόμη και αν προσπαθεί κανείς να τους μπάσει με το ζόρι την ιδέα ότι είναι απαραίτητο για τη ζωή τους» έλεγε ο Αντόρνο[12]. Η σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας είναι ασφαλώς αμφίδρομη και υπάρχει συνυπευθυνότητα και συνενοχή, αλλά ο βαθμός της ευθύνης και της ενοχής διαφέρει όχι μόνο μεταξύ ατόμου και κοινωνίας αλλά και -κυρίως- μεταξύ κοινωνικών τάξεων και μερίδων. Αν πρέπει σε κάποιους να καταλογίσουμε αυξημένη ευθύνη είναι σε διακριτά και κυρίαρχα κοινωνικά υποσύνολα όπως κι αν τα ορίσουμε (τάξεις, στρώματα, μερίδες, ειδικές ομάδες συμφερόντων). Δεν ευθύνεται το ίδιο ολόκληρη η κοινωνία για όλα τα δεινά που υφίσταται, απλούστατα διότι σε πολλές ιστορικές στιγμές η εξουσία είτε κατακτήθηκε δια της βίας είτε δολίως υπεξαιρέθηκε από δυνατές μειονότητες και στη συνέχεια απέκτησε ισχύ τέτοια, που της επέτρεπε όχι απλώς να διοικεί ερήμην της κοινωνίας, αλλά επιπλέον τη διατήρηση της αυτονομίας της και την περίπου αυτόματη αναπαραγωγή της, μέσω της παραγωγής μιας κατάλληλης για τα συμφέροντά της παιδείας, ενός πολιτισμού και μιας ιδεολογίας, και της επιβολής τους.

     Στα πλαίσια αυτά η πολιτική ρητορεία συνεπικουρούμενη σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική επιστήμη, αντιμετωπίζει -με.. αγαθή πάντα προαίρεση- τη δημοκρατία και τη νομιμοποίηση της εξουσίας, ως έννοιες περίπου ταυτόσημες. Ξεχνούν ότι ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι αρχικά διέθεταν τυπική νομιμοποίηση. Αλλά ούτε οι ίδιοι πίστευαν στη δημοκρατία, ούτε τους δόθηκε με δημοκρατικές διαδικασίες καμιά ρητή λαϊκή εντολή να αιματοκυλίσουν τον κόσμο, πράγμα που έκαναν. Τυπική νομιμοποίηση μπορεί να παρασχεθεί, τουλάχιστον περιστασιακά, για διάφορους λόγους όπως π.χ. σε περιπτώσεις εθνικής ή άλλης έκτακτης ανάγκης (πραγματικής ή προσχηματικής) ακόμα και σε ένα απολυταρχικό καθεστώς. Αυτό βέβαια δε μετατρέπει το καθεστώς αυτό σε δημοκρατία! Επίσης μια κοινωνία μπορεί μέσω μιας απόλυτα  δημοκρατικής διαδικασίας όπως το δημοψήφισμα, να αποφασίσει ότι προτιμά ένα είδος ολιγαρχίας (σαν τα σημερινά, ή άλλο) αντί μιας πραγματικής αντιπροσώπευσης ή δημοκρατίας. Κάτι τέτοιο είναι ασφαλώς δυνατό, διότι μια στιγμιαία δημοκρατική διαδικασία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεμονωμένη πολιτική πράξη, ενώ το πολιτικό προϊόν της, μπορεί να είναι ένα διαρκές πολίτευμα, πρόκειται δηλαδή για δύο πράγματα εντελώς διαφορετικά. Η προσφυγή λοιπόν σε μια μεμονωμένη δημοκρατική διαδικασία όχι μόνον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη δημοκρατίας, αλλά θα μπορούσε σκανδαλωδώς να χρησιμοποιηθεί ακόμα και για να την αποκλείσει!

     Μέσα στα πλαίσια αυτά επιδιώκεται η θεωρητική εξίσωση -ή έστω η πιστοποίηση της συμβατότητας- της δημοκρατίας με τύπους στοιχειώδους αντιπροσώπευσης, επιδίωξη που εκμεταλλεύεται το γνωστικό, εμπειρικό και φαντασιακό έλλειμμα του μέσου πολίτη και το φόβο του απέναντι σε κάτι εντελώς άγνωστο, ευρισκόμενο περίπου στον αντίποδα του βιωμένου. Λόγω σύγχυσης των δύο αυτών πολιτικών εννοιών, η οποία ενισχύεται από τον περιβόητο ρεαλισμό και την ανάγκη άμεσης δήθεν απάντησης στην πολιτική εξαθλίωση, έφτασαν μάλιστα κάποιοι να προτείνουν ακόμα και την ίδρυση κόμματος άμεσης δημοκρατίας! Η αποκατάσταση του καταρρακωμένου κύρους της αντιπροσώπευσης φαίνεται ότι για τους περισσότερους παραμένει πάντα βασικός στόχος. Είναι φανερή η αμηχανία του μέσου πολίτη μπροστά στο κενό που δημιουργεί η χρεωκοπία του υπαρκτού κοινοβουλευτισμού. Ούτε γνωρίζει, ούτε είναι εύκολο να φανταστεί τι άλλο θα μπορούσε να πάρει τη θέση του. Αυτό το γνωστικό, εμπειρικό και φαντασιακό έλλειμμα έρχονται να καλύψουν οι αρχιερείς της αστικής ιδεολογίας με τη διαστροφή των πολιτικών εννοιών και την φανατική υπεράσπιση της ετερονομίας, οι οικονομικοί ελίτ και οι οπορτουνιστές και οι καριερίστες της κομματοκρατίας με τις αέναες υπογραφές σειράς κοινωνικών συμβολαίων και υποσχετικών που παραμένουν εσαεί ανεξόφλητα. Έτσι, η λαϊκή απαίτηση ανατροπής του συστήματος υποβαθμίζεται μεθοδικά σε αίτημα ανώδυνης μεταρρύθμισής του, η έννοια της κοινωνικής αυτοθέσμισης συγχέεται με κάποιο είδος ελέγχου της υπάρχουσας πολιτικής εξουσίας και η αυτοργάνωση των πολιτών περιορίζεται στη δημιουργία νέων -αλλά ως επί το πλείστον παραδοσιακά συγκροτημένων- μετώπων και πολιτικών οργανώσεων, με απώτερο σκοπό ή τουλάχιστον με αποτέλεσμα τη βαθμιαία εξασθένιση και τη διάσπαση των αυθόρμητων κινημάτων των πολιτών. Δυστυχώς η δημοκρατία, όπως και τα πραγματικά πολιτικά υποκείμενα βρίσκονται, όπως λέει ο Ρανσιέρ, όχι στις τυποποιημένες ταυτότητες οιουδήποτε είδους, αλλά ακριβώς στα διάκενα μεταξύ τους.

            Ευχαρίστως θα συνομολογήσουμε με την Χάννα Άρεντ ότι ο γυμνός άνθρωπος δεν έχει κανένα δικαίωμα που να του ανήκει, ότι δεν είναι πολιτικό υποκείμενο. Ούτε όμως ο πολίτης των συνταγματικών κειμένων είναι πολιτικό υποκείμενο. Τα πολιτικά υποκείμενα δεν ταυτίζονται ούτε με «ανθρώπους» ή με σύνολα πληθυσμών ούτε με ταυτότητες τις οποίες ορίζουν συνταγματικά κείμενα. Ορίζονται πάντα από ένα διάκενο ανάμεσα στις ταυτότητες, είτε αυτές καθορίζονται από κοινωνικές σχέσεις είτε καθορίζονται από νομικές κατηγορίες.[...] Πολιτικά υποκείμενα υπάρχουν στο διάκενο ανάμεσα σε    διάφορα ονόματα υποκειμένων.[...] Ως πολιτικό όνομα ο πολίτης αντιπαραθέτει τον κανόνα της ισότητας που καθορίζουν ο νόμος και η αρχή του προς τις ανισότητες που χαρακτηρίζουν «ανθρώπους», δηλαδή τους υποταγμένους στις δυνάμεις της γέννησης και του πλούτου ιδιώτες.[13]

     Μέσα στις προτάσεις και τη στάση της συντηρητικής διανόησης και των οικονομικοπολιτικών της πατρώνων, το ιδεώδες της κοινωνίας των πολιτών (με οριστικό άρθρο) δηλαδή του αδιαμεσολάβητου συνόλου των δρώντων πολιτικών υποκειμένων, υποχωρεί υπέρ της δοκιμασμένης συνταγής της κοινωνίας πολιτών (χωρίς άρθρο), δηλαδή του στίβου των αλληλοσυγκρουόμενων κοινωνικών -αναμφισβήτητα και αντικοινωνικών- ομάδων συμφερόντων που λίγο ή πολύ σέβονται τους ισχύοντες τύπους συγκρότησης της πολιτικής εξουσίας, αποδέχονται το μύθο του εξισορροπητικού και ουδέτερου αστικού κράτους, αποδέχονται ιδιοτελώς τους ανεπαρκείς υπάρχοντες θεσμούς και ρόλους (κόμματα, κοινοβούλια, παραδοσιακά συνδικάτα, ΜΚΟ, ΜΜΕ κ.λπ), ακολουθούν τους ισχύοντες όρους του πολιτικού παιχνιδιού, και δίνουν τη μάχη των συμφερόντων τους μέσα σε ένα πολιτικό περιβάλλον που και κατά Γκράμσι[14], είναι διαβρώσιμο και αλώσιμο από την κυρίαρχη αστική ιδεολογία.

            [...] κάθε κράτος είναι ηθικό στο βαθμό που μια από τις σημαντικές λειτουργίες του είναι να ανεβάσει τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού σ' ένα καθορισμένο πολιτιστικό και ηθικό επίπεδο, επίπεδο (ή τύπο) που αντιστοιχεί στις ανάγκες ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και επομένως στα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Το σχολείο, σαν θετική παιδαγωγική λειτουργία, και τα δικαστήρια, σαν κατασταλτική και αρνητική παιδαγωγική λειτουργία, είναι οι πιο σημαντικές κρατικές δραστηριότητες προς αυτή την κατεύθυνση: αλλά στην πραγματικότητα, προς το σκοπό αυτό τείνουν ένα πλήθος από άλλες πρωτοβουλίες και δραστηριότητες, οι λεγόμενες ιδιωτικές, που διαμορφώνουν τον εξοπλισμό της πολιτικής και εκπολιτιστικής ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων[15].

Η «άναρθρη» κοινωνία πολιτών, που ήρθε ως βελτιωμένη εκδοχή μιας αυταρχικής πολιτικής κοινωνίας, έχει όχι απλώς την ανοχή αλλά σε τελευταία ανάλυση και την έγκριση και την ευλογία της εξουσίας, σχεδόν ανεξάρτητα από τα ιδεολογικά διακριτικά που και οι δύο φέρουν. Η εξουσία φοβάται αντιθέτως ένα αυθόρμητο κίνημα με δημοκρατικό πρόταγμα, διότι, ως άμεσο βήμα πραγμάτωσης της ιδέας της κοινωνίας των πολιτών, ένα τέτοιο κίνημα δεν είναι φορέας συντεταγμένων, ανακυκλούμενων και απορρίψιμων αιτημάτων ή εύκολα διαχειρίσιμων μορφών κοινωνικής αντιπαράθεσης, αλλά διεκδικήσεων με απρόβλεπτη κλιμάκωση, εξέλιξη και αποτέλεσμα. Η κοινωνία των πολιτών βρίσκεται εν σπέρματι μέσα σε κάθε ουσιαστική απόπειρα γονιμοποίησης της πολιτικής πραγματικότητας με δημοκρατικό σπόρο. Ο συντηρητισμός λειτουργεί αντιθέτως ως σπερματοκτόνο. Ταυτοχρόνως παρέχει στην ανθρωπότητα «επιστημονικές» διαβεβαιώσεις για το μάταιο των γονιμοποιητικών προσπαθειών λόγω αποτελεσματικής αντισύλληψης αν όχι και αποδεδειγμένης πλέον στειρότητας της κοινωνίας και άρα για την έλευση του αναπόφευκτου τέλους της πολιτικής και της ιδεολογίας. Πάντοτε αυτό έκανε και πάντα αυτό θα κάνει, έστω κι αν η ιστορία δεν κάνει άλλο από το να τον διαψεύδει. Η στιγμή της εξέγερσης είναι μια τέτοια στιγμή διάψευσης. Το άμεσο αποτέλεσμα ή η παρακαταθήκη που αφήνει αποτελεί ζωντανή απόδειξη ότι είναι δύσκολο για οποιαδήποτε κοινωνία να συντηρείται επί μακρόν πολιτικά άγονη, στάσιμη, ή εντός φορμόλης. Δεν υπάρχει τελικό πολιτικοκοινωνικό σύστημα, ούτε καν αυτό που ζωγραφίζει η πιο ουτοπική σύλληψη. Το τέλος της πολιτικής δε θα έρθει νωρίτερα από το τέλος της κοινωνίας.

     Κάθε κοινωνική εξέγερση, ακόμα και η πιο οικτρά αποτυχημένη ως προς τα άμεσα εμπράγματα αποτελέσματά της, εντάσσεται σε μια αλυσίδα ιστορικών γεγονότων που οδηγούν έστω μελλοντικά σε κάποια σημαντική πολιτική μεταβολή. Αλλά αν εκδηλώνεται μια εξέγερση είναι γιατί τα «νόμιμα» πολιτικά μέσα κοινωνικής μεταρρύθμισης κρίνονται από τις καταπιεσμένες ομάδες ως αναποτελεσματικά. Και είναι όντως τέτοια επειδή καμιά εξουσία δεν επιθυμεί την ανατροπή της. Εδώ λοιπόν συναντιούνται ο ρανσιερικός εντοπισμός του πολιτικού υποκειμένου και της πολιτικής στο διάκενο μεταξύ ταυτοτήτων, με την καστοριάδεια διαπίστωση της αυτονόμησης του θεσμού που περιγράψαμε παραπάνω: πραγματική πολιτική υπάρχει εκεί όπου το πολιτικό υποκείμενο αμφισβητεί το θεσμισμένο και δρα για να το αλλάξει, ή να το αφανίσει. Και αφού τα νόμιμα πολιτικά μέσα είναι αναποτελεσματικά, δεν του μένει άλλο από την αμφισβήτησή τους σε πρώτο χρόνο και την εξέγερση σε δεύτερο. Όσο κι αν οι κοινωνικές διεκδικήσεις στρέφονται σε επιμέρους τομείς όπως η οικονομία, η ελευθερία, ή η δικαιοσύνη, στη βάση τους υπάρχει πάντα και μια αιτίαση που στρέφεται κατά του ίδιου του εγκαταστάτη αυτής της ανισότητας, της ανελευθερίας ή της αδικίας. Κι επειδή αυτός είναι η κοινωνική ιεραρχία που στηρίζεται σε κριτήρια αυθεντίας, καταγωγής και πλούτου, δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική πολιτική δράση που να μην στοχεύει την ιεραρχία, είτε κάτι τέτοιο αποτελεί ενσυνείδητο και διακηρυγμένο στόχο είτε όχι. Η πραγματική δημοκρατία αυτή την ιεραρχία έχει αντίπαλό της. Από τη πλατεία της Σίντι Μπουζίτ και την πλατεία Ταχρίρ μέχρι την κατειλημμένη Wall Street, από τη Λιβύη, τη Συρία, το Μπαχρέϊν, και την Υεμένη μέχρι την πλατεία Del Sol και την πλατεία Συντάγματος, υπάρχει ένας κοινός εξεγερσιακός τόπος, παρά τις διαφορές που εντοπίζονται στην κοινωνικοπολιτική οργάνωση των χωρών αυτών, στα γεωστρατηγικά ενδιαφέροντα και τους εθνικούς και υπερεθνικούς στόχους που τίθενται από διάφορες πλευρές, στην παρεμβατικότητα των ξένων δυνάμεων, στην ανεκτικότητα των καθεστώτων, ακόμα και στα προτάγματα των εξεγερμένων. Ο κοινός αυτός τόπος είναι η διαπίστωση της ετερονομίας που συνδέεται με την ιεραρχική δόμηση της κοινωνίας και άρα, σε τελευταία ανάλυση, η αμφισβήτηση ολόκληρου του συστήματος που ενσαρκώνει τα παραπάνω. Αν και οι οικονομικές διεκδικήσεις όπως επίσης αυτές που σχετίζονται με συγκεκριμένα δικαιώματα και ελευθερίες τίθενται συνήθως κατά προτεραιότητα λόγω του επείγοντος χαρακτήρα τους, η καθοριστική διεκδίκηση είναι εκείνη του εκδημοκρατισμού ο οποίος ποτέ δεν μπορεί να αποτελέσει απλώς αίτημα. Ίσως η καθοριστικότερη στιγμή κατά τη μεταμόρφωση ενός υπηκόου σε πολίτη, είναι η στιγμή αυτής της συνειδητοποίησης. Τα ιεραρχικά συστήματα προϋποθέτουν και παράγουν συναίνεση και υποταγή. Ή έννοια του αιτήματος έχει νόημα μόνο εντός ιεραρχικών δομών και καταστάσεων που γεννούν έστω περιστασιακή διαφορά ισχύος, καθώς ένα αίτημα απευθύνεται πάντα προς κάποιον ισχυρότερο στου οποίου την κρίση και την εξουσία επαφίεσαι. Η διεκδίκηση αντιθέτως (οποιαδήποτε διεκδίκηση) πέρα από το αρχικό φανερό επίδικό της, στρέφεται εμμέσως ή αμέσως και κατά της ίδιας της ιεραρχίας, αμφισβητώντας την θεσμισμένη ισχύ. Όταν θέτεις ένα αίτημα πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για την απόρριψή του. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποτελεί παραδοξολογία όχι μόνο από άποψη πολιτική αλλά και καθαρά εννοιολογική ο όρος 'δημοκρατικό αίτημα' και 'αίτημα εκδημοκρατισμού'. Ένας κραταιός δήμος (=ο κυριάρχος σε μια δημο-κρατία) δεν έχει κανέναν από τον οποίον να ζητήσει οτιδήποτε˙ αλλά επίσης ένας μη κραταιός δήμος (αν υποθέσουμε ότι μπορεί να σταθεί θεωρητικά μια τέτοια οντότητα) δεν έχει νόημα να αιτείται από κάποια ισχυρότερη εξουσία τη μεταβίβαση σε αυτόν της ισχύος της. Οι κοινωνίες, είτε όντως δημοκρατικές είτε εν δυνάμει τέτοιες, δεν έχουν κανένα λόγο να θέτουν αιτήματα, άρα ούτε να συντηρούν παραλήπτες-κριτές των αιτημάτων τους. Έχουν αντιθέτως κάθε λόγο να διεκδικούν από την αδράνεια/αντίσταση μιας δεδομένης αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενης πραγματικότητας δομές, λειτουργίες και όρους για ένα καλύτερο παρόν και μέλλον.

     Τη δημοκρατία πολλοί εκθείασαν αλλά λίγοι πραγματικά αγάπησαν. Ο Ρανσιέρ μιλάει για μίσος. Εμείς θα μιλήσουμε για φόβο που είναι ένα πρωτογενές και αρχέγονο συναίσθημα και που άλλωστε βρίσκεται στη βάση του μίσους. Είναι δύσκολο να μισήσεις αν κάτι δικό σου δεν απειλείται, αν πρώτα δε φοβηθείς για την απώλειά του. Το ότι κι εκείνος άλλωστε δέχεται πως το μίσος για τη δημοκρατία οφείλεται στον φόβο που αυτή προκαλεί, συνάγεται από τη συμπερασματική του διατύπωση στον επίλογο του βιβλίου του: «[...] Δεν επαφίεται (η δημοκρατία) παρά μόνο στη σταθερότητα των δικών της ενεργειών. Αυτό μπορεί να προκαλέσει φόβο, άρα και μίσος, σε όσους έχουν συνηθίσει να ασκούν την αυθεντία του αλάθητου της σκέψης τους.[...]»[16] Ωστόσο το πρόβλημα είναι δυστυχώς δυσκολότερο. Ο εκδημοκρατισμός, δηλαδή η πορεία προς τη δημοκρατία, δε σκοντάφτει μόνο σε όσους πιστεύουν στο αλάθητο της σκέψης τους, αλλά και σε όσους φοβούνται τα ενδεχόμενα λάθη της δικής τους σκέψης (άρα εδώ δεν μπορεί να υπάρξει μίσος), επίσης σε όσους προτιμούν να πιστεύουν στο αλάθητο της σκέψης τρίτων, τελικά σε όσους θα ήθελαν να στηριχτούν τώρα ή μελλοντικά στο αλάθητο της σκέψης γενικώς. Φοβούνται τη δημοκρατία περισσότεροι από όσους τη μισούν. Και τη φοβούνται διότι μια δημοκρατία είναι για όλους αυτούς μια σύνθετη απειλή˙ άρα και ο φόβος απέναντί της είναι ένας σύνθετος φόβος: είναι ο παμπάλαιος φόβος απέναντι στη δύναμη της πλειοψηφίας, απέναντι στην ανωνυμία του πλήθους, απέναντι στην πρωτογενή συλλογικότητα των ανένταχτων σκεπτόμενων και δρώντων πολιτικών υποκειμένων˙ είναι ο φόβος της πολιτικής ευθύνης και της πολιτικής αρμοδιότητας του απλού πολίτη, του μη ειδικού˙ ο φόβος για κάτι σχεδόν άγνωστο, που δε βρίσκεται μόνο έξω από το άτομο αλλά και εντός του, εντοπιζόμενο στο επέκεινα του ατομικισμού και της ιδιώτευσης˙ ο φόβος της έλλειψης αυθεντίας, ασφαλούς καθοδήγησης και ηγεσίας˙ ο φόβος για μια επαπειλούμενη απώλεια της ειδικής επαγγελματικής, πολιτικής  και κοινωνικής θέσης, της περιουσίας και των ειδικών προνομίων, δηλαδή ο φόβος για την πολιτική και κοινωνική ισότητα και την ισότητα ευκαιριών. Είναι, τέλος, ο φόβος της απώλειας της κεκτημένης κοινωνικοπολιτικής μας ταυτότητας˙ μιας ταυτότητας που ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός τη θέλει τόσο πιο διακεκριμένη, ασφαλή και ισχυρή όσο περισσότερες είναι οι περιχαρακωμένες συλλογικές της αναφορές, οι αφοσιώσεις και οι ιδεολογικές της ταυτίσεις, όσο περισσότερο θέτει εαυτήν στη διάθεση ειδικών συμφερόντων και σπεύδει σε κομματικές, συνδικαλιστικές, θρησκευτικές, αθλητικές και λοιπές ομαδοποιήσεις, όσο λιγότερο δηλαδή αυτή καθορίζεται από την ανεξαρτησία και ελευθερία σκέψης και δράσης, από τη ανάγκη και τη δυνατότητα για αυτοδιάθεση και διαρκή αυτοπροσδιορισμό.


[1] Ο όρος αναβαπτισμός οφείλεται στην καθηγήτρια του Α.Π.Θ. Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη. Το γλωσσικό αυτό φαινόμενο το περιγράφει σε σχετική ανακοίνωσή της στο 3ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρίας Ορολογίας με θέμα «ελληνική γλώσσα και ορολογία» (βλ. σχετικό τόμο εκδοθέντα από την ΕΛ.ΕΤ.Ο. με ISBN 968-86069-2-6). Πρόκειται, όπως η ίδια λέει, για την «εκ νέου κατονομασία ενός όρου ή μιας λεξικής μονάδας, ως αποτέλεσμα ανακάλυψης μιας νέας οντότητας στον ίδιο γνωστικό τομέα, π.χ. τα όπλα ονομάζονται συμβατικά όπλα μετά την ανακάλυψη των πυρηνικών όπλων». Στο παράδειγμα αυτό ο προσδιορισμός 'συμβατικά' ονομάζεται αναβαπτιστής. Κατ' αντιστοιχία η δημοκρατία σήμερα περιγράφεται ως άμεση δημοκρατία μετά την «ανακάλυψη» σειράς έμμεσων μορφών της. Εν προκειμένω, ρόλο αναβαπτιστή παίζει ο προσδιορισμός 'άμεση'.
[2] Νίκος Α. Πουλαντζάς, Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τόμος Α', μτφ. Κώστας Φιλίνης, εκδ. Θεμέλιο, σειρά Σύγχρονη Σκέψη, 1982, σελ.45.
[3] Γεώργιος Β. Αλεξανδρής, Μαθήματα γενικής πολιτειολογίας, τόμος Ι, Αθήνα 1970, σελ. 78.
[4] Κορνήλιος Καστοριάδης, κεφ. Η θεσμισμένη ετερονομία, στον βιβλίο Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1981, σελ. 163.
[5] Manfred G. Schmidt, Θεωρίες της δημοκρατίας, μτφ. Ελευθερία Δεκαβάλλα, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2004, σελ. 300.
[6] Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. «ΓΝΩΣΗ» Αθήνα 1993, σελ. 146.
[7] ό.π., σελ. 116.
[8] ό.π., σελ. 117.
[9] ό.π., σελ. 117.
[10] Πανταζή Τερλεξή, Το πολιτικό σύστημα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 1973, σελ.266.
[11] ό.π.
[12] Theodor W. Adorno, Αισθητική θεωρία, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2000, σελ. 413
[13] Jacques Rancière, Το μίσος για τη δημοκρατία, μτφ.-επιμ. Βίκυ Ιακώβου, εκδ. Πεδίο, Αθήνα 2009, σελ. 88-89.
[14] Βλέπε την εισήγηση του Βασίλη Μαγκλάρα, Συναίνεση και Υποταγή. Όψεις της θεωρίας του Γκράμσι για το Πολιτικό και την Κοινωνία Πολιτών / Η Κοινωνία Πολιτών ως διαμεσολάβηση. Ξεπερνώντας τον Τοκβίλ, στο επιστημονικό συνέδριο με τίτλο Ο Αντόνιο Γκράμσι στις σημερινές Κοινωνικές Επιστήμες και τη Θεωρία, Κέντρο Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας - Κέντρο Πολιτικών Ερευνών, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, 30/11/-1/12/2007. Διαδικτυακή προσπέλαση (1/12/2011), http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/640/1/Magklaras.pdf
[15] Αντόνιο Γκράμσι, Για το Μακιαβέλι για την πολιτική και για το σύγχρονο κράτος, μτφ. Φ.Κ., εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, σελ. 181-182.
[16] Rancière, ό.π., 13, σελ. 133.



Πηγή: Διακυβέρνηση και Πολιτική - περιοδικό «Θέσεις».

29/11/11

Σπύρος Ραυτόπουλος: μια συνέντευξη με πολιτικό περιεχόμενο.


Όταν η εξουσία υπεξαιρείται ή καταλαμβάνεται ή έστω παραχωρείται σε τρίτους, πάντως όταν με οποιοδήποτε τρόπο φεύγει από τα χέρια του δήμου, τότε δεν υφίσταται πλέον δημο-κρατία, ακόμα κι αν αυτό γίνεται κατ' επιλογήν! Η ύπαρξη μιας δημοκρατικά ληφθείσας απόφασης δεν εγκαθιστά σώνει και καλά τη δημοκρατία! Για να το πω εμφατικά και καθαρά: μπορεί ο λαός με απολύτως δημοκρατικό τρόπο ακόμα και να επιλέξει να μην έχει δημοκρατία! Το ένα (ο τρόπος) είναι στιγμιαία διαδικασία και το άλλο διαρκές πολίτευμα. Αλλά αν δε χρειαζόμαστε πραγματική δημοκρατία, αν θέλουμε να αναθέτουμε τις τύχες μας στους πολιτικούς, τότε ας μη μιλάμε συνέχεια για αυτήν, ας μην την επικαλούμαστε διαρκώς.
Απόσπασμα από συνέντευξη του Σπύρου Ραυτόπουλου στον Παναγιώτη Θεοδοσίου για το μουσικό περιοδικό TaR. Ολόκληρη τη συνέντευξη, μαζί με δείγματα της μουσικής δουλειάς του συνθέτη, θα τη βρείτε εδώ. 

[...]

   11.   Τελικά ποιος είναι ο ρόλος της μαζικής κουλτούρας και ο ρόλος του δημιουργού σε ένα κόσμο   που κυριαρχείται από αυτήν;

Η μαζική κουλτούρα γίνεται συνήθως αντιληπτή ως έννοια με αρνητικό φορτίο, αλλά πρέπει να αναλογιστούμε πως είναι στοιχείο κάθε πολιτισμού. Το ζήτημα είναι σε ποιο βαθμό καθορίζεται από τους κανόνες της αγοράς και την κυρίαρχη ιδεολογία, και ως ποιο βαθμό μετατρέπεται σε πραγματικό δεκανίκι και εργαλείο της εξουσίας, δηλαδή σε έναν φαύλο, αναπαραγωγικό του συστήματος μηχανισμό. Είμαι της γνώμης ότι δυστυχώς αυτό γίνεται σήμερα σε βαθμό τέτοιο που η μαζική κουλτούρα προσλαμβάνει όλο και περισσότερο χαρακτηριστικά πολιτιστικής χωματερής.
Μέσα σ' αυτό το τοπίο, το στίγμα ενός δημιουργού καθορίζεται και από τον προβληματισμό και τη στάση του απέναντι σε τέτοια ζητήματα. Είναι ούτως ή άλλως μια δύσκολη θέση που γίνεται δυσκολότερη για όσους δεν εννοούν ούτε να αποκτήσουν πιστοποίηση νεωτερικότητας, ούτε να λαϊκίσουν, και δεν είναι πρόθυμοι να ενταχθούν σε ομαδούλες ειδικών συμφερόντων. Δεν υπάρχει λοιπόν μια θέση κοινή για όλους τους δημιουργούς. Το έργο και η πολιτεία καθενός μας έχουν τις δικές τους βιωματικές, ψυχοπνευματικές, ιδεολογικές και ηθικές αφετηρίες.
  1. Και για να γίνουμε περισσότερο επίκαιροι: πώς θα σχολίαζες το έλλειμμα δημοκρατίας – γιατί αυτό είναι το πραγματικό μας έλλειμμα - που βιώνουμε τόσο αρνητικά όλοι μας, ή σχεδόν όλοι μας σήμερα;
Για να ακριβολογούμε, δεν πρόκειται για έλλειμμα αλλά για παντελή έλλειψη. Δεν έχουμε μια δημοκρατία από την οποία λείπει κάτι. Αυτό που λείπει είναι ολόκληρη. Και εξηγούμαι: δημοκρατικός τρόπος λήψης αποφάσεων υιοθετήθηκε αρκετές φορές σε τοπικό επίπεδο και με περιορισμένη εμβέλεια, κυρίως υπό επαναστατικές συνθήκες όπως π.χ. στην παρισινή κομμούνα. Επίσης μικρότεροι θύλακες δημοκρατικής αυτοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης υπάρχουν και σήμερα αρκετοί. Αλλά δημοκρατία με τη μορφή επίσημου βιώσιμου πολιτεύματος ενός κράτους, αν δεν απατώμαι έχει ο κόσμος να δει από την εποχή του Κλεισθένη και του Περικλή. Το ότι τάχα ο δυτικός κόσμος ζούσε και ζει σε δημοκρατίες είναι ένας γελοίος ισχυρισμός, που δυστυχώς ρίζωσε στη συλλογική συνείδηση χάρη στην συστηματική προπαγάνδα της εξουσίας και μιας άθλιας πολιτειολογίας. Αυτή η επικίνδυνη μυθολογία περιλαμβάνει ποικίλα μυθεύματα σε σχέση με τρεις κυρίως πολιτικές έννοιες: της δημοκρατίας, της αντιπροσώπευσης και της νομιμοποίησης. Υπάρχει πλήρης σύγχυση γύρω από αυτά τα τρία και ολόκληρη σειρά από πλάνες.
Μία από αυτές είναι ότι η δημοκρατία γεννιέται αυτομάτως εκεί όπου πεθαίνει κάποιο κραυγαλέα τυραννικό καθεστώς. Π.χ. στη συνείδηση του μέσου Έλληνα, Ισπανού, Πορτογάλου, Αργεντινού, Χιλιανού κ.λπ. η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας συνέπεσε χρονικά με την πτώση της δικτατορίας, λες και το τέλος της μιας σηματοδοτεί αυτομάτως την εγκαθίδρυση της άλλης! Στην πραγματικότητα η δικτατορία και η δημοκρατία βρίσκονται στα δύο άκρα του πολιτειακού φάσματος και δεν έχουν καθόλου κοινά σύνορα. Ενδιαμέσως υπάρχουν δεκάδες πολιτεύματα, πολυαρχικά και ολιγαρχικά, ως επί το πλείστον ποικίλες μορφές υποτιθέμενης ή μη αντιπροσώπευσης.
Κι εδώ πάμε σε άλλη πλάνη. Διότι άλλο αντιπροσώπευση και άλλο δημοκρατία. Η πρώτη έχει διαμεσολάβηση από επαγγελματίες πολιτικούς, η δεύτερη όχι. Στη δημοκρατία εντολέας και εντολοδόχος είναι ο ίδιος ο δήμος (ο λαός) και οι δημόσιοι λειτουργοί είναι κληρωτοί απ' ευθείας από αυτόν. Αντιθέτως, στην πραγματική αντιπροσώπευση εντολέας παραμένει ο δήμος ενώ εντολοδόχος γίνεται ένας επαγγελματίας πολιτικός. Άρα, το γεγονός ότι σήμερα ο λαός δεν παίρνει ο ίδιος τις πολιτικές αποφάσεις ώστε να τις επιδώσει προς υλοποίηση στον εντολοδόχο του, αλλά απλώς και μόνο εκλέγει πολιτικό προσωπικό, σημαίνει ότι δεν έχουμε ούτε αντιπροσώπευση! Και δεν έχουμε, διότι αμέσως μετά την εκλογή του ο υποτιθέμενος εντολοδόχος μας μετατρέπεται αυτομάτως σε εντολέα που μπορεί να κάνει ό,τι θέλει ερήμην μας. Στην πραγματικότητα μάλιστα εντολοδόχοι γινόμαστε εμείς. Δουλεύουμε για αυτούς, γινόμαστε υπήκοοι και όχι πολίτες. Μπορείς να το ονομάσεις και «αντιπροσώπευση από την ανάποδη»!
  1. Υπάρχει όμως και το ζήτημα του νομιμοποιητικού ρόλου των εκλογών.
Ένα ακόμα μύθευμα είναι αυτό που ταυτίζει τη δημοκρατία με την ύπαρξη θεσμών νομιμοποίησης της εξουσίας. Για παράδειγμα οι περισσότεροι πιστεύουν ότι έχουμε δημοκρατία επειδή καταλαβαίνουν ότι προσφέρεται στην εξουσία κάποια νομιμοποίηση μέσω των εκλογών! Ακούς κάθε τόσο το μαζοχιστικό ρητορικό ερώτημα «εμείς δεν τους εκλέξαμε;». Η απάντηση είναι ότι πρώτον, με βάση το ανεκδιήγητο σύνταγμά μας, ακόμα κι αν δεν εκλέγονταν αυτοί, θα εκλέγονταν κάποιοι άλλοι, πράγμα που ελάχιστη πολιτική σημασία θα είχε, όπως έχει αποδειχτεί επανειλημμένα και όπως θα αποδειχτεί πάλι στο άμεσο μέλλον. Δεύτερον, οι εκλογές όχι μόνο δεν αποδεικνύουν τη δημοκρατία αλλά είναι και σχεδόν ασύμβατες με αυτήν ακριβώς ώστε να αποφευχθεί η διαπλοκή. Δίκαιη διαδικασία επιλογής πολιτικού προσωπικού είναι η κλήρωση. Το απάνθρωπο λοιπόν, και αντικοινωνικό αυτό σύστημα δεν ταυτίζεται με ένα «κακό» κόμμα ή πρόσωπο που αν το καταψηφίσεις τάχα ξεμπέρδεψες! Ταυτίζεται με ολόκληρη την κομματοκρατία και με την κυριαρχία του διεθνούς κεφαλαίου, μπροστά στα συμφέροντα του οποίου οι κομματικές διαφορές έχουν τόσο μικρή σημασία που εύκολα παραμερίζονται όπως γίνεται σήμερα. Οι κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας», «εθνικής σωτηρίας» κ.λπ. αυτό καταδεικνύουν. Παρεμπιπτόντως, να γιατί δεν πρέπει να προσφέρουμε νομιμοποίηση με συμμετοχή στις εκλογές! Όχι τουλάχιστον, πριν το σύνταγμα αλλάξει εκ βάθρων, ώστε να εξασφαλίζει ότι το πολιτικό περιεχόμενο θα καθορίζεται από τον ίδιο το λαό με αλλεπάλληλα (τακτικά και έκτακτα) δημοψηφίσματα. Και αν θέλουμε οπωσδήποτε να έχουμε επαγγελματική αντιπροσώπευση, τότε οι αντιπρόσωποί μας ασφαλώς δε θα πρέπει να αποφασίζουν για μας αλλά να είναι απλοί εντολοδόχοι και μάλιστα ανακλητοί, ώστε αν αποδειχτούν ανίκανοι ή απρόθυμοι να εκτελέσουν τις εντολές μας, τότε να πηγαίνουν σπίτι τους πριν από τη επίσημη λήξη της θητείας τους. Αντιπρόσωπός σου είναι κάποιος που κάνει ό,τι του λες εσύ, όχι αυτός που αποφασίζει για σένα.
Νομιμοποίηση λοιπόν μπορεί να παρασχεθεί, περιστασιακά ή μη, ακόμα και σε δικτάτορες! Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ αρχικά διέθεταν τέτοια νομιμοποίηση. Ούτε δημοκρατικά φρονήματα είχαν, ούτε από δημοκρατικές διαδικασίες προέκυψε η ηγεσία τους, αφού δεν ήταν κληρωτοί πολιτικοί εντολοδόχοι αλλά παράφρονες καριερίστες. Τέλος δεν ήταν ούτε αληθινοί λαϊκοί αντιπρόσωποι αφού π.χ. δεν τους δόθηκε καμιά σαφής λαϊκή εντολή να αιματοκυλήσουν τον κόσμο, πράγμα που όμως έκαναν. Επίσης η κοινωνική ανοχή, ή αδιαφορία, και η πολιτική αποχή που και αυτές ερμηνεύονται ως έμμεση νομιμοποίηση μιας εξουσίας ή ενός καθεστώτος, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν επιστημονικά την ύπαρξη πραγματικής αντιπροσώπευσης. Το τι αποτελεί πραγματική νομιμοποίηση μιας πολιτικής και τι ερμηνεύεται από την εξουσία αυθαιρέτως σαν τέτοια, είναι μια πονεμένη ιστορία, την οποία ζούμε στο πετσί μας σήμερα. Άλλο λοιπόν νομιμοποίηση της εξουσίας, άλλο αντιπροσώπευση κι άλλο δημοκρατία. Είναι τρία εντελώς διαφορετικά πράγματα που απλώς τους βολεύει να τα έχουμε μπερδεμένα στο κεφάλι μας.


  1. Πώς φτάσαμε κατά την άποψή σου σε τέτοια διαστρέβλωση της έννοιας της δημοκρατίας;
Ο όρος δημοκρατία υπέστη διάφορες μεταλλάξεις μέσω αναβαπτισμών και γενικεύσεων. Κάποτε η δημοκρατία γινόταν ορθώς αντιληπτή ως είδος πολιτεύματος, και κρινόταν για αυτό που ήταν. Μάλιστα δεν είχε μόνο φίλους αλλά και φανερούς επικριτές. Όταν αργότερα οι πολιτικοί κατάλαβαν ότι ο όρος είναι πιασιάρικος για τις μάζες, άρχισαν να ονομάζουν δημοκρατία ό,τι έβρισκαν μπροστά τους! Έτσι η προπαγάνδα την κατάντησε γένος. Την εμπλούτισε και καλά! Έχουμε πιο πολλά είδη «δημοκρατίας» παρά οδοντόκρεμες (αντιπροσωπευτική δημοκρατία, συναινετική, συμμετοχική, ανταγωνιστική, αστική, προεδρευομένη, προεδρική, άμεση, έμμεση κ.ο.κ.). Κάτι σαν να μπορείς να διαλέξεις από το πανέρι ή από τα ράφια σουπερμάρκετ τη μάρκα που θέλεις. Στην πραγματικότητα όμως η δημοκρατία παραμένει είδος και είναι μοναδικό. Δεν υπάρχει έμμεση και για αυτό είναι περιττός, παραπλανητικός και αδόκιμος κάθε επιθετικός προσδιορισμός, ακόμα και αυτός που την περιγράφει πλεοναστικά ως άμεση. Όλα τα πολιτεύματα που περιγράφονται από την πολιτειολογία της αθλιότητας ως δημοκρατίες, δεν είναι παρά διάφορες κοινοβουλευτικές παραλλαγές ολιγαρχικών κυρίως συστημάτων που ως επί το πλείστον δεν έχουν σχέση καν με την αντιπροσώπευση, πόσω δε μάλλον με τη δημοκρατία! Απλώς βαφτίστηκαν έτσι, ώστε να είναι ευκολότερα αποδεκτές από τους λαούς. Και το κόλπο έπιασε.
Για να συνειδητοποιήσει κάποιος τι σημαίνει δημοκρατία, δε χρειάζεται ούτε πολιτειολογία να μελετήσει, ούτε καν ιστορία καλά-καλά! Αρκεί να ανοίξει ένα ετυμολογικό λεξικό και να ανατρέξει στο έτυμο της λέξης. Δημοκρατία θα πει ότι ο δήμος, δηλαδή ο λαός κατέχει την εξουσία, κυβερνά, είναι απόλυτος κύριος της πολιτικής κατάστασης. Όταν η εξουσία υπεξαιρείται ή καταλαμβάνεται ή έστω παραχωρείται σε τρίτους, πάντως όταν με οποιοδήποτε τρόπο φεύγει από τα χέρια του δήμου, τότε δεν υφίσταται πλέον δημο-κρατία, ακόμα κι αν αυτό γίνεται κατ' επιλογήν! Η ύπαρξη μιας δημοκρατικά ληφθείσας απόφασης δεν εγκαθιστά σώνει και καλά τη δημοκρατία! Για να το πω εμφατικά και καθαρά: μπορεί ο λαός με απολύτως δημοκρατικό τρόπο ακόμα και να επιλέξει να μην έχει δημοκρατία! Το ένα (ο τρόπος) είναι στιγμιαία διαδικασία και το άλλο διαρκές πολίτευμα. Αλλά αν δε χρειαζόμαστε πραγματική δημοκρατία, αν θέλουμε να αναθέτουμε τις τύχες μας στους πολιτικούς, τότε ας μη μιλάμε συνέχεια για αυτήν, ας μην την επικαλούμαστε διαρκώς.
  1. Πώς διαβλέπεις το μέλλον της χώρας;
Έχω πολλούς φόβους διότι τα κακά ενδεχόμενα είναι πολύ περισσότερα από τα καλά. Καλό σημάδι είναι ότι πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι το σύστημα αυτό είναι αδιέξοδο και πως κάτι πρέπει να αλλάξει. Ωστόσο δεν υπάρχει συμφωνία ως προς το τι ακριβώς φταίει. Οι πρόσφατες εξεγέρσεις, αποτελούν επίσης ελπιδοφόρα μηνύματα. Επιπλέον οι διαδηλώσεις και τα μεγάλα ποσοστά αποχής από τις εκλογές δε δείχνουν απολιτική συμπεριφορά όπως διατείνονται τα κάθε λογής παπαγαλάκια, αλλά αντιθέτως βάθεμα της αποστροφής προς το σύστημα και έκφραση απονομιμοποίησής του, κάτι που συνιστά σαφέστατη και βαθιά πολιτική στάση. Το κακό είναι ότι πολλοί από τους αγανακτισμένους πολίτες και τους αμφισβητίες του συστήματος, νιώθουν αμήχανοι μπροστά στις εναλλακτικές συστημικές επιλογές, και αρκετοί αναμένουν απλώς ένα νέο ή παλιό-μεταλλαγμένο κόμμα ή ένα πολιτικό φωστήρα, που θα εμφανιστεί από το πουθενά και θα μας σώσει, καθώς ακόμα πιστεύουν ότι φταίνε τα συγκεκριμένα πρόσωπα και κόμματα. Κι αυτή η πεποίθηση είναι ολέθρια, διότι αυτό που φταίει είναι οι ίδιοι οι θεσμοί που επιτρέπουν σε  πρόσωπα και κάθε λογής φορείς και μηχανισμούς να αλωνίζουν. Αν δεν υπάρξουν δραστικές συνταγματικές αλλαγές που να διασφαλίζουν διαρκή συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων και διαρκή έλεγχο επί της εξουσίας, αν οι ίδιοι δεν αναλάβουμε την ευθύνη των αποφάσεών μας, δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα, όσα κόμματα κι αν γεννηθούν ή αναγεννηθούν, όσοι πολιτικοί φωστήρες κι αν πέσουν από τον ουρανό. Το σύστημα έχει τη δυνατότητα να τους διαφθείρει και να τους αφομοιώνει, και όταν δεν τα καταφέρνει τους θέτει απλώς στο περιθώριο και ασχολείται με τους πρόθυμους. Αλλά φυσικά τέτοιες  δραστικές συνταγματικές αλλαγές, δεν πρόκειται να τις κάνουν οι πολιτικοί διότι ούτε αυτούς συμφέρει, ούτε τα αφεντικά τους. Για ποιο λόγο ένας κυρίαρχος να θέλει να μοιραστεί ή και να απεμπολήσει πλήρως την εξουσία του;
  1. Νομίζεις ότι θα ήταν χρήσιμη μια συνταγματική αναθεώρηση;
Θα ήταν χρήσιμο ένα νέο σύνταγμα και ένα νέο πολίτευμα της χώρας, εντελώς διαφορετικό από το ολιγαρχικό σύστημα που γνωρίζουμε. Εννοώ ένα σύνταγμα που δε θα μιλάει απλώς περί λαϊκής κυριαρχίας, αλλά θα την περιγράφει επακριβώς και θα την κατοχυρώνει με ειδικές και σαφέστατες διατάξεις. Που θα προβλέπει συγκεκριμένους τρόπους  τακτικού και έκτακτου ελέγχου και λογοδοσίας της όποιας εξουσίας στην κοινωνία, που θα προβλέπει ανακλητότητα του πολιτικού προσωπικού, δημοψηφίσματα τακτικά, έκτακτα και κυρίως με λαϊκή (όχι μόνο βουλευτική) πρωτοβουλία, δημοψηφίσματα επί παντός δημοσίου ζητήματος με συλλογή υπογραφών και με χαμηλό μάλιστα πλαφόν! Αν δεν πρόκειται λοιπόν για τέτοια συνταγματική αλλαγή τότε καλύτερα να μην πάμε καθόλου σε αναθεώρηση σήμερα, διότι μια λειψή αναθεώρηση σημαίνει απλώς στάχτη στα μάτια μας και κυρίως αγορά χρόνου για την καταστροφή της χώρας. Όλες οι εντός Βουλής συζητήσεις περί συνταγματικής αναθεώρησης είναι απολύτως λειψές, προσχηματικές και προς την κατεύθυνση της διατήρησης του συστήματος. Αν προκύψει κάποια αναθεώρηση με τέτοιο τρόπο θα είναι με απόλυτη βεβαιότητα της συμφοράς. Μια πραγματικά δημοκρατική και αποτελεσματική συνταγματική αλλαγή θα προέκυπτε μόνο με λαϊκή εξωκοινοβουλευτική απαίτηση, διότι δεν πρόκειται να μας χαριστεί από τους εθνοπατέρες μας. Επίσης θα πρέπει να προκύψει ύστερα από δημόσια διαβούλευση με συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας η οποία θα πρέπει να καθορίσει τι πολίτευμα θέλει πραγματικά και άρα τις βασικές κατευθύνσεις του συντάγματος. Στη συνέχεια αυτές θα τις επεξεργαστεί ομάδα ειδικών επιστημόνων, πάντα με λαϊκή εκπροσώπηση, που θα πρέπει να προκύψει δια κληρώσεως. Το αποτέλεσμα της εργασίας θα γνωστοποιηθεί και τέλος θα τεθεί σε δημοψήφισμα. Κάτι παρόμοιο δηλαδή με το Ισλανδικό μοντέλο συνταγματικής αλλαγής, αλλά ακόμα πιο τολμηρό και δημοκρατικό! Όλα αυτά είναι απολύτως εφικτά, αρκεί να τα θελήσουμε και να τα απαιτήσουμε.
  1. Πιστεύεις ότι θα ήταν δυνατή μια ευτυχής για την κοινωνία και τη χώρα πολιτική έξοδος από την κρίση;
Η προσωρινή έξοδος από την κρίση κατά την άποψή μου σημαίνει έξοδο από την ευρωζώνη αλλά και την ΕΕ, καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και στάση εξυπηρέτησης του χρέους, κρατικοποίηση τραπεζών, αναδιάρθρωση της οικονομίας και δίκαιο φορολογικό σύστημα. Αν μάλιστα θέλουμε μόνιμη απαλλαγή από τέτοιες κρίσεις τότε χρειαζόμαστε επιπλέον βαθύτατο εκδημοκρατισμό με σοβαρές συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Είναι νομίζω δυνατά όλα αυτά, αλλά μόνο αν το απαιτήσει με αγωνιστικό πάθος και πείσμα ο λαός και εφόσον είναι αποφασισμένος να δώσει πολύ μεγάλες μάχες. Τα οικονομικά συμφέροντα είναι τεράστια και διεθνώς διασυνδεδεμένα. Δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα μόνο με εκλογές, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμά τους. Οι ελίτ, προκειμένου να μην καταγγείλουμε ή αντιδράσουμε στο βιασμό μας θα δοκιμάζουν συνεχώς να μας ξεγελάνε με τη βοήθεια της γνωστής ρητορείας, προεκλογικής, μετεκλογικής, εθνοσωτήριας κ.λπ. Ήδη το κάνουν, και οι τόνοι όλο και θα ανεβαίνουν εκατέρωθεν, όσο θα κορυφώνονται τα βασανιστήρια που υφιστάμεθα και η απαντοχή μας. Θέλω μάλιστα να προειδοποιήσω, ότι τα χειρότερα βασανιστήρια θα προέλθουν από μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» ή τεχνοκρατών, όπως αυτή για την οποία κόπτεται ο κ. Καρατζαφέρης! (*) Η συνεργασία σε τέτοιες περιπτώσεις στοχεύει στη διατήρηση του καθεστώτος και την λήψη πιο σκληρών μέτρων πράγματα που θα διευκολυνθούν, διότι οι πολιτικοί θα επικαλούνται αυξημένη νομιμοποίηση και θα κρύβονται πίσω από την υποτιθέμενη ευρεία συναίνεση, πάντα με εθνικιστικές και τάχα δημοκρατικές κορώνες. Η καταστροφή θα είναι τέτοια που θα τρίβει ο κόσμος τα μάτια του. Δεν είναι τυχαίο που Γερμανοί Γάλλοι και λοιποί Ευρωπαίοι ηγέτες-εταίροι έφτασαν να εκβιάζουν τους Έλληνες πολιτικούς να συνεργαστούν μεταξύ τους, ώστε να υπάρξει πλήρης ομοφωνία για την υποταγή και εκποίηση της χώρας! Η δημοκρατικότητα των «δημοκρατών» πολιτικών μας μετριέται με τον τρόμο και την οργή τους απέναντι σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο έκφρασης της λαϊκής βούλησης. Τρέμουν ακόμα και ένα λειψό, άκαιρο και προσχηματικό δημοψήφισμα, το οποίο έζησε ως εξαγγελία μόλις μερικά εικοσιτετράωρα! Φαντάσου πώς αντιδρούν στο ενδεχόμενο συνταγματικής κατοχύρωσης των δημοψηφισμάτων ως θεσμοθετημένου τακτικού μηχανισμού λήψης πολιτικών αποφάσεων!
Κάποια στιγμή βέβαια, τα πολιτικά τους παραμύθια θα σταματήσουν να λειτουργούν -αφού η πείνα και η δυστυχία δε λένε ποτέ ψέματα- και τότε για την αντιμετώπιση της λαϊκής οργής θα αυξήσουν τη χρήση βίας (ήδη έχουμε αρκετά πρώτα δείγματα). Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο εμφύλιας σύγκρουσης καθώς πάντα υπάρχουν δωσίλογοι, εθνικιστές, φασιστοειδή και ομάδες που ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με αυτά των μεγαλοαστών, των μεγαλοεπιχειρηματιών, των τραπεζιτών και των διεθνών διευθυντηρίων. Δεν θέλω να καταστροφολογήσω, αλλά ειλικρινά πιστεύω ότι υπάρχουν ανοιχτά πάμπολλα ενδεχόμενα. Υπάρχει σχεδόν βεβαιότητα για μια σκλήρυνση του αυταρχισμού, ακόμα και κάποιες πιθανότητες για μια νέα δικτατορία. Τέλος, να θυμόμαστε ότι ο πόλεμος πάντα «τακτοποιούσε» διεθνείς πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές και κυρίως οικονομικές εκκρεμότητες. Ένας ευρωπαϊκός ή παγκόσμιος πόλεμος, έστω και δι' ασήμαντον αφορμήν, που σίγουρα θα ήταν περισσότερο ταξικός από κάθε άλλη φορά, θα είχε για τους ελίτ το πλεονέκτημα ότι στο τέλος του οι νικητές θα ήταν και πάλι ελεύθεροι να ξαναμοιράσουν την πίτα κατά το δοκούν, και να επιβάλουν διεθνώς μια νέα τάξη πραγμάτων, έχοντας πρώτα εξαθλιώσει και θέσει εκτός μάχης τις κοινωνίες. Ελάχιστη σημασία θα έχει τότε η εθνική σημαία του νικητή. Τον ηττημένο τον ξέρουμε από τώρα και θα είναι τα μεσαία και χαμηλά στρώματα. Άρα ξέρουμε και το νικητή ο οποίος έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημαία!
Επειδή κανένα από αυτά τα εφιαλτικά σενάρια δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, καλό είναι να βρισκόμαστε σε πλήρη εγρήγορση και ετοιμότητα και ει δυνατόν να προλάβουμε με αποφασιστική πολιτική στάση τις εξελίξεις, τις οποίες εμείς πρέπει να καθορίσουμε και όχι τρίτοι. Το μέλλον της Ελλάδας μέσα σε έναν υπό κατάρρευση καπιταλιστικό κόσμο δεν είναι βέβαια ανεξάρτητο από το μέλλον της Ευρώπης και της υφηλίου. Αλλά αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι εμείς οφείλουμε να περιμένουμε να σωθούμε από τρίτους ή από τη μοίρα. Η ιστορία γράφεται από πολιτικά υποκείμενα και οι ιστορικές αλλαγές έχουν τόπο και χρόνο έναρξης. Αυτούς μπορούμε να τους ορίσουμε εμείς.
  1. Ποια είναι τα σχέδια σου για το μέλλον;
Τι σχέδια να κάνεις σε έναν κόσμο που αλλάζει με αυτούς τους ρυθμούς; Μέσα σε μια ιστορικά κρίσιμη περίοδο, τα προσωπικά πλάνα βρίσκονται στον αέρα, και ξαφνικά αποκτούν μικρή σημασία. Σκιάζονται από διακυβεύματα και εξελίξεις διεθνούς ενδιαφέροντος. Σήμερα διακυβεύονται εθνικές κυριαρχίες, το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης, το διεθνές πιστωτικό και νομισματικό σύστημα, και κυρίως οι ταξικές ισορροπίες. Βρίσκεται εν εξελίξει μια απότομη ανακατανομή εξουσιών και πόρων και μια κοινωνία εν βρασμώ, έτοιμη να εκραγεί. Σκέφτομαι λοιπόν να προσπαθήσω να επιβιώσω φυσικά και πνευματικά συμμετέχοντας με τις ελάχιστες δυνάμεις μου στις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις.... κάτι σαν ζυμομύκητας, να πούμε. Να ένα σχέδιο που μου φαίνεται κάπως ρεαλιστικό!

(*) Η συνέντευξη δόθηκε πριν γίνει το χατήρι του κ. Καρατζαφέρη. Ο φόβος του συνθέτη για κυβέρνηση εθνικής ενότητας επαληθεύτηκε. Μένει να δούμε αν ήταν και δικαιολογημένος.

17/8/11

Η επίσημη αριστερά και το εκλογικό αντικείμενο του πόθου της

Αριστερά - Διανόηση - Αντιπροσώπευση

του Σπύρου Ραυτόπουλου*

      Είναι πλέον κοινός τόπος ότι η επίσημη αριστερά όχι μόνο παρουσιάζεται ακόμα ανεπαρκής και απροετοίμαστη για το νέο ρόλο που της προσφέρει η ιστορική πολιτικοοικονομική συγκυρία, αλλά και ότι σε διάφορες στιγμές εμφανίστηκε ακόμα και ενοχλημένη από τη βοή και τα συνθήματα των ανυπότακτων. Αγουροξυπνημένη από τους κρότους και τις λάμψεις της συντεταγμένης βίας του θεάτρου των συγκρούσεων και του πολιτικού παραλόγου, προσπαθεί να μπει σε ρυθμούς πλήρους εγρήγορσης, κάτι που σκοντάφτει όχι μόνο στη μακαριότητα του ύπνου του δικαίου αλλά και σε ψυχαναγκασμούς που σχετίζονται με μόνιμες ιδεοληψίες της. Δυσανασχετεί διότι οι υποκριτικές της ικανότητες δεν μοιάζουν να ανταμείβονται από την κοινωνία με τον πρωταγωνιστικό ρόλο που η ίδια θεωρεί ότι θα άξιζε. Ως δύστροπη και ματαιόδοξη αρτίστα επιμένει στις λεπτομέρειες του σκηνικού, του ειδικού φωτισμού του προφίλ της και των τελευταίων αποχρώσεων του μακιγιάζ και δυσανασχετεί με συνεργάτες, με φίλους και με το... απαίδευτο κοινό που δεν εννοούν να αντιληφθούν πως η παράσταση δεν μπορεί να αρχίσει χωρίς αυτήν! Αντί να κατέβει και να συνομιλήσει με την πλατεία προτιμά να περιφέρεται στη μούχλα του παρασκηνίου μέχρι την τακτοποίηση και της τελευταίας λεπτομέρειας της σειράς εμφάνισης των πρωταγωνιστών του θιάσου, μέχρι την ικανοποίηση και του τελευταίου τους θεωρητικού και πρακτικού καπρίτσιου.
      Το αποτέλεσμα κινδυνεύει να είναι και πάλι ο περιορισμός της σε ρόλο κομπάρσου. Πρόκειται για μια αυτο-περιθωριοποίηση που προέκυψε ως φυσικό επακόλουθο της χρόνιας πολιτικής της μυωπίας και βαρηκοΐας, διαφόρων άλλων αντιληπτικών της δυσλειτουργιών και τελικά της μειωμένης επικοινωνιακής της ικανότητας, που δυστυχώς την κράτησαν μακριά από μια αληθινή αλληλεπίδραση με το κοινωνικό σώμα και τις πραγματικές ανάγκες και προτεραιότητές του. Το σώμα αυτό εξακολουθεί να το αντιλαμβάνεται -όπως ακριβώς και η δεξιά άλλωστε- ως εκλογικό αντικείμενο του πόθου της, κάτι που ασφαλώς συνιστά κατάφωρη υποβάθμισή του και ευτελισμό. Και επειδή το σχετικό φλερτ συνοδευόμενο από ηδονικές εξουσιαστικές φαντασιώσεις έμεινε στα πλαίσια όχι απλώς του φτηνού έως πρόστυχου αλλά και του κακότεχνου και χωρίς φαντασία, φαίνεται πως έφτασε και η ώρα της επίμονης άρνησης και πιθανόν της ρήξης.

      Είτε κριθεί ως εντελώς αναξιοπαθούσα είτε ακόμα και ως μερικώς αξιοπαθούσα, η πάντως σίγουρα παραπλανημένη κοινωνία εξεγείρεται, καθώς βαθμηδόν συνειδητοποιεί πως δεν της αρκεί να την ποθούν ή να ερίζουν για τις αναλογίες του εκλογικού της σώματος. Πορεύεται πλέον εν διαστάσει με τους πολιτικούς της μνηστήρες, από όλες τις παρατάξεις, και ίσως έχει ήδη δρομολογήσει και το οριστικό διαζύγιο αφήνοντας έκθετες και τις πάσης φύσεως ακαδημαϊκές και πνευματικές προξενήτρες της συστημικής ορθοδοξίας και τους παραδοσιακούς ιδεολογικούς κουμπάρους, πράγμα που μας ξαναγυρίζει στο ρόλο της διανόησης. Φυσικά οι στάσεις και οι απόψεις δεν είναι ενιαίες, αλλά ας δούμε μερικές ενδεικτικές.

Οι τριάντα δύο, οι έντεκα και οι άλλοι

      Ας σταθούμε λίγο στην γνωστή έκκληση των 32 διανοουμένων με τίτλο «τολμήστε»[1] οι οποίοι καθιστούν σαφή την ανησυχία τους για την απόκρυψη της αλήθειας από τους Έλληνες. Δεν απασχολούνται με την αποκάλυψή της μεν, καταγγέλλουν δε την ανευθυνότητα και τον λαϊκισμό στο δημόσιο λόγο! Δεν διευκρινίζουν αν κατά την άποψή τους ο λαϊκισμός προέρχεται από τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ των γνωστών συγκροτημάτων ή από τις σπανίως προβαλλόμενες αντισυστημικές φωνές, αλλά μπορούμε να αποχρησμοδοτήσουμε τη στόχευσή τους με τη βοήθεια των συμφραζομένων: έχουμε λοιπόν τη διαπίστωσή τους για την υπό απειλήν «ισότιμη» ένταξή μας στην Ευρώπη και παροτρύνσεις για τις απαιτούμενες για τη σωτηρία μας θυσίες (ξεχνούν να πουν «αέναες» ή αλλιώς να ορίσουν επιτέλους κάποιο χρονικό ή ποσοτικό ορίζοντα, μια κάποια κόκκινη γραμμή έστω, όπως επίσης ξεχνούν να αναφέρουν τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα που πρέπει να θυσιαστούν). Έχουμε επίσης παροτρύνσεις για προσπάθειες εθνικής ανασυγκρότησης, για ανάκτηση της απολεσθείσας εθνικής μας «αξιοπρέπειας» (ούτε κουβέντα για την απολεσθείσα εθνική μας κυριαρχία και τις αντίστοιχες πολιτικές ευθύνες), για συνεργασία με τους Ευρωπαίους «εταίρους μας» (δείγμα του πώς αντιλαμβάνονται την Ευρώπη), και πάνω απ’ όλα για καταδίκη των «ανεδαφικών» προτάσεων και λύσεων! Το αν οι ανεδαφικές προτάσεις και λύσεις είναι όσες προσβλέπουν στο χορό των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων λιτότητας ή όσες τα αντιμάχονται, αν είναι όσες στοχεύουν σε έναν ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό ή στην απρόσκοπτη συνέχιση της πολιτικής φάρσας δε διευκρινίζεται, αλλά ο νοών νοείτω!

      Και τι να πει κανείς για την επιστολή-διακήρυξη των έντεκα πανεπιστημιακών μας[2] που τίθενται ανοιχτά και ξεκάθαρα υπέρ του μνημονίου και της τρόικας, καθώς η σοφία και η διεισδυτική τους ματιά διαπίστωσε ότι οι θυσίες στις οποίες υποχρεώνονται οι ευρωπαϊκοί λαοί υφίστανται για την αλληλέγγυα διάσωση ημών των αφιλότιμων Ελλήνων και όχι για τη διάσωση του ευρώ, του πιστωτικού κεφαλαίου και των τραπεζών του διεθνούς καρτέλ. Οι διαμαρτυρίες -για τους ίδιους ακριβώς λόγους- Ισπανών, Πορτογάλων, Ιταλών, Άγγλων και άλλων Ευρωπαίων προφανώς δεν είχε φτάσει ακόμα στα αυτιά τους όταν συνέτασσαν την διακήρυξη, αλλά φαντάζομαι ότι και η σημερινή τους εξήγηση θα ήταν απλή: η αφιλοτιμία είναι μεταδιδόμενο νόσημα... Με την ίδια σοφία και σωφροσύνη μας ενημερώνουν για τα τεράστια δεινά για τον τόπο που θα σήμαινε η φυγή ή εκδίωξη της τρόικας, σε αντίθεση προφανώς με το φωτεινό μέλλον που υπόσχεται αφενός η παραμονή της και αφετέρου ο κύκλος του αέναου δανεισμού με όλο και επαχθέστερους όρους για την αποπληρωμή προηγούμενων δανείων. Ούτε κουβέντα για το τι ακριβώς συνεπάγεται η παραμονή στον κύκλο αυτό, του οποίου η φαυλότητα προφανώς εκφεύγει της εμβριθούς επιστημονικής σκέψης τους! Στη δική τους σκέψη κυρίαρχη θέση καταλαμβάνει η ενοχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας που κατηγορείται ότι αφού καταξόδεψε τα κονδύλια που «πλουσιοπάροχα» εισέρρεαν επί δεκαετίες στη χώρα (οι όροι για αυτές τις εισροές, το ποιος διαχειρίστηκε τα κονδύλια, το πού επενδύθηκαν και με τι σκοπό είναι λεπτομέρειες που δεν αναφέρονται στην επιστολή), τώρα τολμάει να δυσανασχετεί μπροστά στο Γολγοθά της εξόφλησής τους! Πρόκειται λοιπόν για ενοχοποίηση της κοινωνίας που -αν και ποτέ δεν σταμάτησε να αποπληρώνει δάνεια- καλείται να εκτίσει τη νέα της ποινή που από πρόστιμο έχει εντωμεταξύ μετατραπεί σε ειρκτή και καταναγκαστικά έργα. Αυτό, αν δε θέλει να μπει στην απομόνωση! Η καταδικαστική απόφαση στηρίχθηκε ασφαλώς στην κατηγορία περί συλλογικής ευθύνης, που θυμίζουμε ότι ως έννοια και πρακτική είναι η ίδια που χρησιμοποίησε και ο Γερμανός κατακτητής κατά την κατοχή. Το πιο εκπληκτικό φυσικά είναι ότι ενώ την ευθύνη της δημιουργίας του χρέους τη θεωρούν συλλογική, δε θεωρούν συλλογική και την ευθύνη της αποπληρωμής του! Αλλιώς θα διαμαρτύρονταν π.χ. για το γεγονός ότι τη στιγμή που κόβονται μισθοί και συντάξεις οι τράπεζες δέχονται πρόσθετες «ενέσεις ρευστότητας» και αμύθητα ιδιωτικά κεφάλαια παραμένουν αφορολόγητα.

      Κατά δήλωσή τους λοιπόν, οι εν λόγω πανεπιστημιακοί μας αποφάσισαν, όπως λένε, να αφήσουν «τον ακαδημαϊκό μικρόκοσμό τους» συναισθανόμενοι το χρέος τους να παρέμβουν στο δημόσιο βίο. Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που καταριέται κανείς τις μικροσκοπικές διαστάσεις του κόσμου τους. Αν ήταν λίγο μεγαλύτερες ίσως να είχαμε αποφύγει αυτή τη... λόγω κρίσης συνειδήσεως επίσκεψή τους στον έξω κόσμο!

      Ας συνεχίσουμε με την ανησυχία του πολιτικού και ακαδημαϊκού κατεστημένου για το διογκούμενο κίνημα υπέρ μιας πραγματικής δημοκρατίας. Η αντιπρότασή του είναι ένα ρεκτιφιέ του μύθου περί υπαρκτής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ενός ιδεολογήματος που κατορθώνει μέσα σε δύο μόνο λέξεις να ενσωματώνει δύο ψεύδη και μια αντίφαση καθώς πρώτον, δεν έχουμε δημοκρατία˙ δεύτερον, δεν έχουμε αντιπροσώπευση˙ τρίτον, ασφαλώς θα μπορούσαμε να έχουμε ένα από τα δύο αλλά όχι και τα δυο μαζί, όπως ο όρος υπαινίσσεται. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι πολιτικοί, οι επιστήμονες και οι διανοούμενοι που συμφωνούσαν δημοσίως με τις τρεις αυτές διαπιστώσεις, ήταν ανέκαθεν ελάχιστοι. Πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι σήμερα που ένα καθόλου αμελητέο τμήμα της κοινωνίας μοιάζει να προσχωρεί τουλάχιστον στις δύο πρώτες (η τρίτη εμπλέκεται με περισσότερες θεωρητικές και μη αντιγνωμίες), αρκετοί μεταξύ αυτών των... ελαχίστων ανακρούουν πρύμναν.

Περί ελεύθερης αντιπροσώπευσης μιας ανήλικης ή καθυστερημένης κοινωνίας

      Ο ρεαλισμός τους αναγνωρίζει μόνο αυτό που -ευφημιστικώς όπως και τόσα άλλα- έχει ονομαστεί «νόμιμη» ή «ελεύθερη» αντιπροσώπευση. Πρόκειται για το είδος εκείνο αντιπροσώπευσης που το αντίστοιχό του στο αστικό δίκαιο αφορά περιπτώσεις ατόμων που στερούνται του δικαιώματος εκτέλεσης δικαιοπραξιών, ήτοι περιπτώσεις βαριάς πνευματικής καθυστέρησης, κηδεμονίας ανηλίκων, περιπτώσεις ασωτίας, πτωχεύσεων κ.λπ. Τα αποτελέσματα από την πολιτική εφαρμογή αυτού του είδους αντιπροσώπευσης τα ζούμε εδώ και αιώνες αλλά τα συνειδητοποιούμε περισσότερο σε περιόδους σοβαρών κρίσεων όπως η σημερινή. Η ειρωνεία βρίσκεται στο γεγονός ότι η αναλογία της νομικής περιγραφής με την πολιτική πραγματικότητα είναι σκανδαλωδώς αντίστροφη: έχουμε προσωπικό με βαριά καθυστέρηση (ας περιοριστούμε στην πολιτική τοιαύτη), που θεωρώντας την κοινωνία ανήλικη αναλαμβάνει την νόμιμη κηδεμονία και αντιπροσώπευσή της και την οδηγεί σε πτώχευση μέσω της δικής του ασωτίας! Μπορεί να μοιάζει με σόφισμα, αλλά πρόκειται για κάτι τόσο αληθινό όσο ο πόνος και η δυστυχία που προκαλεί, για μια καταπληκτική τραγική φάρσα από αυτές που αρέσκεται να στήνει η είρων και αμείλικτη πραγματικότητα, ιδίως όταν εσύ της το επιτρέπεις. Η νόμιμη σημερινή αντιπροσώπευση είναι ένα υπογεγραμμένο πληρεξούσιο εν λευκώ, μια λευκή επιταγή. Ο πληρεξούσιος πολιτικός εντολοδόχος είναι ελεύθερος να γράψει πάνω στην επιταγή μερικά νούμερα κατά βούληση, να προσθέσει μηδενικά κατ’ απαίτηση των προϊσταμένων του εθνικών πιστωτών, εργολάβων και μεσαζόντων, και τέλος να την επιστρέψει προς εξόφληση στην κοινωνία. Ε, λοιπόν, δεν είναι καθόλου περίεργο που αυτό ακριβώς κάνει!
      Δίνουμε ουσιαστικά πλήρη ελευθερία δράσης στην πολιτική εξουσία καθιστώντας την αυτόνομη, και μετά απορούμε και εξοργιζόμαστε με τις επιλογές της και καταγγέλλουμε την ιδιοτέλειά της. Επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στην αέναη αναζήτηση κατάλληλου αντιπροσώπου-σωτήρα, εξασφαλίζοντας θεσμικά για λογαριασμό του όλες τις εγγυήσεις για την μελλοντική του διαφθορά και θέτοντας πλουσιοπάροχα στη διάθεσή του όλα σχεδόν τα μέσα και τους όρους που του επιτρέπουν να μένει στο απυρόβλητο και να αποστασιοποιείται από το κοινό συμφέρον όσο φροντίζει για την προσωπική του ανέλιξη και τα συμφέροντα των τάξεων και μερίδων που πραγματικά εκπροσωπεί. Ένα σύστημα που θα έβαζε σε πειρασμό ακόμα και τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, είναι προφανές ότι αποτελεί φυσική πολιτικοοικονομική συνέπεια μιας δημοκρατικά ανοχύρωτης ετεροθεσμισμένης και ετερόνομης κοινωνίας.
      Παρά ταύτα, αντί η μουχλιασμένη διανόηση να προσπαθήσει έστω και με τα αντανακλαστικά του τελευταίου της τάξης να τηρήσει τουλάχιστον τα προσχήματα, αν όχι να επισημάνει και να καταγγείλει τη φάρσα, προτιμά είτε να σφυρίζει αμέριμνα, είτε να επικαλείται τον περιβόητο ρεαλισμό, δηλαδή το γνωστό πολιτικό λαγούμι, τη μονιά του αιμοβόρου αγριμιού της νεοφιλελεύθερης ολιγαρχίας. Επιδίδεται σε παραπλανητικά λογοπαίγνια αθώωσης του συστήματος και ενοχοποίησης άλλοτε συγκεκριμένων προσώπων, φορέων και επιμέρους επιλογών και άλλοτε της «άσωτης» κοινωνίας. Προτείνει ανώδυνες για το σύστημα παρεμβάσεις και επιδιορθώσεις, με προθυμία και επιδεξιότητα συνοικιακής μοδίστρας: «...να σου το κοντύνω λίγο, χρυσό μου, και να σου πάρω λίγο από τη μέση». Προβαίνει, τέλος, σε αφορισμούς δια των οποίων όποιος οραματίζεται μια κοινωνία-εντολέα χαρακτηρίζεται αρχαιομανής, γιακωβίνος, μπολσεβίκος, ουτοπιστής, ανεδαφικός, δηλαδή ούτως ή άλλως εκτός τόπου και χρόνου.

      Δυστυχώς όμως, το πρόβλημα δεν είναι κάποιες λανθασμένες επιμέρους αποφάσεις και επιλογές προσωπικού όπως έχουν κάθε συμφέρον να υποστηρίζουν ομόφωνα οι συντελεστές της πολιτικής παράστασης (συμπολίτευση και αντιπολίτευση), οι άνωθεν εντολείς τους καθώς και οι ευνοημένες κοινωνικές κατηγορίες, μερίδες και στρώματα. Είναι πρόβλημα θεσμών και ελευθερίας. Μας λέει ο Καστοριάδης: «[...] η εγκαθίδρυση μιας ιστορίας όπου η κοινωνία όχι μόνο γνωρίζει τον εαυτό της, αλλά κάνει τον εαυτό της ως ρητά αυτοθεσμιζόμενο, συνεπάγεται μια ριζική καταστροφή του γνωστού θεσμού της κοινωνίας, μέχρι τις πιο ανυποψίαστες γωνιές του, που δεν μπορεί να είναι παρά ως θέση/δημιουργία όχι μόνο νέων θεσμών αλλά ενός νέου τρόπου του αυτοθεσμίζεσθαι και μιας νέας σχέσης της κοινωνίας και των ανθρώπων προς τη θέσμιση. Τίποτα, όσο μακριά κι αν κοιτάξουμε, δεν μας επιτρέπει να ισχυρισθούμε ότι ένας τέτοιος αυτομετασχηματισμός της ιστορίας είναι αδύνατος [...]»[3]. Κι αλλού αναφέρει: «Μια αυτόνομη συλλογικότητα έχει έμβλημα και αυτοκαθορισμό: είμαστε εκείνοι που έχουμε νόμο να ορίζουμε εμείς τους νόμους μας»[4].
__________________________________________________________


[1] Τολμήστε!, tovima.gr, http://www.tovima.gr/files/1/2011/06/01/TOLMISTE!%20Ekklisi%20se%20Politikous.pdf (προσπέλ. 15/7/2011).
[2] Διακεκριμένοι καθηγητές υπέρ μεσοπρόθεσμου προγράμματος, Μια Διακήρυξη πολιτικού προβληματισμού για την ελληνική πραγματικότητα, tovima.gr, http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=406289 (προσπέλ. 20/7/2011).
[3] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1981, σ. 516-517.
[4] Κορνήλιος Καστοριάδης, Το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1986, σ. 20
___________________________________________________________

* Ο Σπύρος Ραυτόπουλος είναι συνθέτης

 
Παράλληλη δημοσίευση στο Διακυβέρνηση και Πολιτική και το Αριστερό Βήμα.