Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5/1/13

Πέρα από την αγορά και το κράτος


Τα κοινά ως ένα όραμα μετασχηματισμού - Πέρα από την αγορά και το κράτος


των David Bollier και Silke Helfric

Εδώ και γενιές το κράτος και η αγορά έχουν αναπτύξει μια τόσο στενή σχέση συμβίωσης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί το δυοπώλιο της αγοράς και του κράτους. Και τα δυο τους είναι έντονα προσηλωμένα σε ένα κοινό όραμα τεχνολογικής προόδου και ανταγωνισμού της αγοράς, μέσα στα πλαίσια ενός φιλελεύθερου και κατ’ όνομα δημοκρατικού πολιτεύματος που περιστρέφεται γύρω από την ελευθερία και τα δικαιώματα του ατόμου.  Αγορά και κράτος συνεργάζονται στενά και έχουν χτίσει από κοινού μια ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία -στην πραγματικότητα, μια πολιτική φιλοσοφία και πολιτισμική επιστημολογία- με το κάθε μέρος να παίζει συμπληρωματικό ρόλο για τη θέσπιση των κοινών τους ουτοπικών ιδεωδών της ατέρμονης ανάπτυξης και της ικανοποίησης των καταναλωτών.

Η αγορά χρησιμοποιεί το σύστημα τιμών και την ιδιωτική διαχείριση ανθρώπων, κεφαλαίων και πόρων για την παραγωγή υλικού πλούτου. Και το κράτος αντιπροσωπεύει τη λαϊκή θέληση και παράλληλα διευκολύνει τη δίκαιη λειτουργία της «ελεύθερης αγοράς».

26/5/10

Η έκτακτη ανάγκη

του Νικόλα Σεβαστάκη

Ο νέος οικονομικός δεσποτισμός στον οποίο κινούμαστε εδώ και καιρό διαθέτει μια γλώσσα που δεν πρωτοτυπεί. Επενδύει πολλά στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Εφόσον «έχουμε πόλεμο» και με άλλα λόγια ζούμε μια κατάσταση εξαίρεσης, κρίνεται αυτονόητο ότι δεν επιτρέπονται αποστασίες, αποστάσεις, διαχωρισμοί από την κοινή προσπάθεια. Όλα πρέπει να λησμονηθούν ή να περάσουν σε δεύτερο πλάνο μέχρι την αποκατάσταση της τάξης. Πάει να πει ότι η πραγματικότητα επιβάλλει μία και μοναδική ερμηνεία, μία και μόνη ορθή περιγραφή του κινδύνου και της σωτηρίας. Το αν αυτή η πραγματικότητα είναι κοινωνικό διαμόρφωμα και όχι φυσικό φαινόμενο σαν την τέφρα των ισλανδικών ηφαιστείων πάλι δεν ενδιαφέρει.

Για άλλη μια φορά άλλωστε επιβεβαιώνεται το παράδοξο που βεβαίως δεν είναι καθόλου παράξενο: οι κατά σύστημα διαφημιστές της ανοιχτής, φιλελεύθερης, ανεκτικής κοινωνίας προτείνουν στην ουσία σιωπητήριο. Φυσικά και το σιωπητήριο μπορεί να είναι θορυβώδες, φλύαρο, αρκούντως παραστατικό. Έτσι και η συγκεκριμένη έκτακτη ανάγκη αφήνει και ορισμένα παράθυρα θεμιτών αποδράσεων και συναισθηματικής διαφυγής για τους πολλούς: ο τηλεοπτικός καρνάβαλος, τα πορνό βίντεο, το σασπένς του αστυνομικού δελτίου, τα παθήματα και οι περιπέτειες των κοσμικών, όλα αυτά καλούνται να απαλύνουν τις αγωνίες και να φαιδρύνουν την καθημερινότητα. Η δημόσια σκηνή της μεγάλης κρίσης καταλαμβάνεται εν τέλει από τους γενικούς διασκεδαστές των μαζών και τους ειδικούς στη νέα εθνική παιδαγωγική. Οι πρώτοι αναλαμβάνουν να εκφράσουν την καμπύλη των συναισθημάτων ενώ οι δεύτεροι να διδάξουν στο κοινό τα ιερογλυφικά των αγορών. Οι πρώτοι συνεχίζουν να παίζουν το έργο της άνοστης νεοελληνικής ελαφρότητας ενώ οι δεύτεροι επιδεικνύουν το συλλογικό μέλλον ως μια, δημοκρατική βεβαίως, αποικία σωφρονισμένων.

Σε αυτές τις συνθήκες το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι η κριτική σκέψη καταβαραθρώνεται. Και το θύμα είναι η ίδια η πολιτική. Τούτη η τελευταία συνθλίβεται ανάμεσα στους κομφορμισμούς της μοιραίας προσαρμογής και στον μελοδραματισμό των παραπόνων. Δεν πρόκειται μόνο για υποχώρηση του πεδίου των πολιτικών αποφάσεων στους αυτοματισμούς των αγορών. Αυτό που συμβαίνει είναι κάτι πιο βαρύ: η εμφάνιση της ελάχιστης δυνατής πολιτικής, μιας πολιτικής η οποία ομολογεί σε όλους τους τόνους και απερίφραστα την καθυπόταξή της στο καθημερινό δημοψήφισμα των κερδοσκοπικών μηχανισμών. Η ανταλλαγή sms στο υπουργικό συμβούλιο για τις ωριαίες αυξομειώσεις των spreads είναι μια χαρακτηριστική εικόνα αυτού του νέου φαταλισμού.

Τι προοιωνίζεται στα αλήθεια αυτή η καμπή για τις δημόσιες ελευθερίες και το περίφημο δημοκρατικό συμβόλαιο; Η εμπειρία της πολιτικής αδυναμίας και η ρητορική της συμμόρφωσης υποθάλπει είτε την ενδεή παθητικότητα είτε τη βίαιη αποσκίρτηση από κάθε έννοια κοινωνικού συμβολαίου. Η κουρασμένη συγκατάθεση των φοβισμένων και η άνοδος της αγριότητας είναι δυο όψεις της ίδιας κίνησης. Το ότι οι ελίτ προτιμούν την πρώτη επειδή έτσι αγοράζουν χρόνο δεν σημαίνει ότι θα αποφύγουν τη δεύτερη. Η δημοκρατία των παραπόνων, διαχειρίσιμη από τα τηλεοπτικά παράθυρα, είναι μια κάποια λύσις για το σήμερα. Ωστόσο η διαχείριση του συναισθήματος και η συγκράτηση των διάχυτων θυμών έχει όρια. Και η κυρίαρχη παιδαγωγική της κρίσης εθελοτυφλεί αν πιστεύει ότι ο ανακυκλωμένος «αντιλαϊκισμός» μπορεί να είναι η απάντηση στα συναισθήματα των από κάτω.

Ποια είναι η διέξοδος; ρωτούν. Και εγώ ο ίδιος που σας ιστορώ, αναρωτιέμαι. Δεν ξέρω. Δεν μπαίνω στον πειρασμό της πολιτικής οικονομίας που έχει γίνει ελάχιστα πολιτική ή αλλιώς ένας «ορθολογικός» αποκρυφισμός προορισμένος να παραλύει όσο πολιτικό αισθητήριο μας έμεινε. Το μόνο που διαισθάνομαι είναι ότι η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι σύνθετη. Δεν βρίσκεται στην περισπούδαστη σοφία περί συλλογικής ενοχής η οποία θέλει να αποκρύψει τους συσχετισμούς δύναμης σε μια κοινωνία που κάποιοι την παρουσιάζουν σχεδόν αταξική. Δεν βρίσκεται, από την άλλη, και στη συμβατική αντι-ολιγαρχική αφήγηση στην οποία μια συντριπτική πλειονότητα ανυποψίαστων θυμάτων πληρώνει τα σκάνδαλα των λίγων χιλιάδων της παρασιτικής ελίτ. Η αναγκαία και επείγουσα αντίσταση στον νέο οικονομικό δεσποτισμό δεν μπορεί να πείσει αν δεν εγκαταλείψει την αγγελική μεταφυσική του «κοσμάκη» και της αιώνιας προδοσίας του. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο το τέλος μιας ταξικής πολιτικής αλλά και η υπέρβαση των μοντέλων ζωής που έχασαν το μέτρο της αξιοπρέπειας ελέω δανεικής ευημερίας.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Πηγή: Ελευθεροτυπία

24/5/10

Οικονομικά συστήματα και ελευθερία

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ


«Οικονομικά συστήματα και ελευθερία»


«Οικονομικά συστήματα και ελευθερία» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Σιδέρη».

Θέματα όπως το «Τι παράγει την εκμετάλλευση;» απασχολούν τον συγγραφέα: «Η ιδιοκτησία επί του κεφαλαίου ή επί του συστήματος της οικονομίας;».

Ποια η διάκριση μεταξύ «εργασίας εμπορεύματος» και «εργασίας κεφαλαίου»; Γιατί κατέρρευσαν οι υπαρκτοί φιλελευθερισμοί και σοσιαλισμοί; Γιατί οι σοσιαλιστές διαγκωνίζονται με τους νεοφιλελεύθερους για τον επιχειρησιακό έλεγχο του συστήματος της «αγοράς»; Γιατί το κοινωνικό πρόβλημα επιδιώκεται να επιλυθεί διά «μεταφοράς» και όχι, όπως στο παρελθόν, στον τόπο της παραγωγής του; Τι οδήγησε στην παρούσα κρίση και ποια είναι η σημειολογία της; Πού πηγαίνει εντέλει ο κόσμος της εργασίας, τα οικονομικά συστήματα και, σε τελική ανάλυση, η σχέση μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής «αγοράς»;

Αυτά είναι ορισμένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα στα οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να απαντήσει με την πρόταξη μιας τυπολογίας των οικονομικών συστημάτων που διακρίνει στην εξέλιξη είτε την αποδέσμευση του ατόμου από το σύστημα είτε την απόδοση του συστήματος στους κοινωνικούς του συντελεστές.

Στη συνέχεια δημοσιεύουμε από το βιβλίο του κ. Κοντογιώργη:


«Η νεοτερική οικονομική επιστήμη ταξινόμησε εξαρχής τα οικονομικά συστήματα βασικά σε τρεις κατηγορίες, με τελευταία εκείνη της "αγοράς", η οποία αναλαμβάνει έναν κεντρικό οργανωτικό και ρυθμιστικό ρόλο.

Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ένα πολυσήμαντο γνωσιολογικό έλλειμμα, το οποίο επιπλέον συναρτάται με την απόφαση της νεοτερικότητας να αναδείξει την "αγορά" σε διακρίνουσα του συστήματος και, μάλιστα, σε μέτρο της οικονομικής τυπολογίας της ιστορίας. Οντως, η νεότερη οικονομική επιστήμη εδράζεται στην αξιωματική αρχή ότι το σύστημα ανήκει στην ιδιοκτησία. Ως προς αυτό, διαπιστώνουμε ότι συγχέει προφανώς την ιδιοκτησία ως γεγονός που αφορά τα μέσα της παραγωγής (λ.χ. επί του κεφαλαίου), με την ιδιοκτησία επί του συστήματος της παραγωγής, για παράδειγμα μιας επιχείρησης. Η διάκρισή τους όμως έχει καταστατική σημασία, ιδίως ως προς τις επιπτώσεις της στην εργασία του πολίτη ή του μη πολίτη, για παράδειγμα του οικονομικού μετανάστη.

Η ιδιοκτησία επί των μέσων της παραγωγής αποτέλεσε το διακύβευμα της μετάβασης από τη δεσποτεία (π.χ. τη φεουδαρχία) στον ανθρωποκεντρισμό (στις κοινωνίες της κλιμακούμενης ελευθερίας). Στο διακύβευμα αυτό βρήκε έρεισμα εν μέρει η αντιπαλότητα ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και στον σοσιαλισμό. Ο μεν θα υποστηρίξει βασικά την ιδιωτική ιδιοκτησία, ο δε ευρέως την κρατική.

Μετα-δεσποτική εποχή

Ο κόσμος της μετα-δεσποτικής εποχής, ενώ προς στιγμήν προέταξε την ατομική ιδιοκτησία για να αντιπαρέλθει τη φεουδαρχία, στην πραγματικότητα ανασυγκροτήθηκε στη βάση του συστήματός της. Ωστε το διακύβευμα της μετάβασης ήταν να εξοικονομηθεί η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας με την ατομική ελευθερία του φορέα της εργασίας. Το σημείο του συμβιβασμού, που συνάντησε το συμφέρον και των δύο, ήταν η εγκαθίδρυση μιας "σύμβασης" μεταξύ τους, η οποία σηματοδοτούσε την αυτόβουλη εκχώρηση της εργασιακής δύναμης από τον κάτοχό της στον ιδιοκτήτη του συστήματος έναντι "αμοιβής". Διέλαθε εντούτοις της προσοχής ότι, με τον τρόπο αυτό, διεσώζετο το ουσιώδες της ατομικής ελευθερίας, όχι όμως και η κοινωνική ελευθερία. Διότι εντέλει η συναίνεση την οποία υποκρύπτει η συμβατική εκχώρηση της εργασιακής δύναμης δεν είναι σωστική της ομόλογης ελευθερίας. Το καθεστώς του ατόμου που προσέρχεται, εθελουσίως ή μη, στην εξουσία του ιδιοκτήτη του συστήματος μεταβάλλεται δραματικά. Δεν είναι η συναίνεση, αλλά το καθεστώς στο οποίο προσέρχεται το άτομο που ορίζει την κατάσταση της οικείας ελευθερίας. Ο χρόνος της παρεχομένης εργασίας στον ιδιοκτήτη του συστήματος είναι χρόνος εξάρτησης και, κατ' επέκταση, κοινωνικής ετερονομίας, που προσμετράται αντιστοίχως ως έλλειμμα αυτονομίας ή ελευθερίας του ατόμου.

Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί να κατανοηθεί πλήρως η "περιπέτεια" του μαρξικού προτάγματος και οι εφαρμογές του στο πεδίο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός επαγγέλθηκε όντως την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα της παραγωγής, όχι την ιδιοκτησία επί του συστήματος. Το επιχείρημα του σοσιαλισμού συνοψιζόταν στο ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής είναι υπαίτια της εκμετάλλευσης και όχι ειδικότερα η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας. Αφού η πρώτη συνέχεται, από τη φύση της, με τη δεύτερη, αυτή είναι στη βάση τής μειονεκτικής θέσης της κοινωνίας στην παραγωγική διαδικασία και, κατ' επέκταση, του συστήματος εκμετάλλευσης. Εξ ου και προέκρινε εντέλει όχι την κατάργηση της ιδιοκτησίας γενικώς ή έστω τον αναδασμό της, αλλά την απόδοσή της συλλήβδην -τόσο των μέσων της παραγωγής όσο και του συστήματος της οικονομίας- στο κράτος. Με τον τρόπο αυτό, το κράτος, που από την πλευρά του διατηρούσε επίσης την ιδιοκτησία επί του πολιτικού συστήματος, συγκέντρωνε στα χέρια του μια εκρηκτική δύναμη, που το μετέβαλε και τυπικά σε απολυταρχικό μόρφωμα.

Διασπορά και συγκέντρωση

Ωστε, η διαφορά μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού εστιάζεται αποκλειστικά στο ζήτημα της διασποράς ή της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας επί του συστήματος, που εξέφρασε το δίλημμα ιδιωτική ή κρατική ιδιοκτησία. Κανένας όμως δεν συναινεί στην απόδοση του συστήματος στους φορείς της εργασίας και, υπό μια άλλη έννοια, στην ευρύτερη κοινωνία. Και στον μεν και στον δε, ο φορέας της εργασίας, εν ολίγοις η κοινωνία, καλείται να συναντηθεί με το σύστημα της οικονομίας, είτε στο πεδίο της (εξαρτημένης) εργασίας είτε στο πεδίο της κατανάλωσης. Το σύστημα παραμένει ερμητικά συνυφασμένο με την ιδιοκτησία. Το ζήτημα, εναλλακτικά, δεν είναι η κατάργηση του κεφαλαίου, αλλά της μονοσήμαντης ιδιοκτησίας του κεφαλαίου ή της εργοδοσίας επί του συστήματος.

Το γεγονός αυτό εξηγεί ακριβώς γιατί, και στις δύο περιπτώσεις, η προσέγγιση της οικονομίας (και του συστήματός της) γίνεται σταθερά από τη σκοπιά, αφ' ενός της αποτελεσματικότητάς της και, αφετέρου, του φορέα που είναι ο πλέον αρμόδιος να τη διασφαλίσει. Η επίκληση της ελευθερίας ως κοινωνικού αγαθού διέρχεται και συχνά συγχέεται με την ελευθερία του επιχειρείν με γνώμονα την αγορά. Ευλόγως, από μιαν άποψη, αφού απουσιάζει ολοκληρωτικά η προβληματική της κοινωνικής ιδίως ελευθερίας.

Το ερώτημα είναι αν όντως το σύστημα αυτό, που εξοικονομεί τη συνάντηση του παλαιού καθεστώτος με τη νέα κοινωνία, αποτελεί συμφυές και, ως εκ τούτου, αξεπέραστο ιδίωμα της ανθρώπινης κατάστασης ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση, τα οικονομικά συστήματα διαφοροποιούνται ως εκ του φορέα της ιδιοκτησίας (καπιταλιστικό ή σοσιαλιστικό), δεν διακρίνουν μεταξύ της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (π.χ. του κεφαλαίου) και της ιδιοκτησίας επί του συστήματος. Στη δεύτερη περίπτωση, αποδεχόμαστε ότι η τυπολογία αυτή, δεν αποτελεί παρά μια μορφολογική εκδήλωση στο πλαίσιο του ιδίου τύπου οικονομικού συστήματος -του συστήματος που ανήκει στην ιδιοκτησία- που από εξελικτικής απόψεως προόρισται να μεταλλαχθεί σταδιακά, παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη της ελευθερίας. Μετάλλαξη η οποία υποδηλώνει ότι το δίλημμα δεν θα τίθεται με γνώμονα το ανήκειν της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου (στον ιδιώτη ή στο κράτος) και, πολλώ μάλλον, σε σχέση με τη μονοσήμαντη επιχειρησιακή λειτουργία της "αγοράς", αλλά με πρόσημο την ελευθερία (και την ευημερία) της κοινωνίας».

Αναδημοσίευση από το Κοσμοσύστημα