Η UEFAαπαγορεύει τα πολιτικά συνθήματα στα
γήπεδα (βλ. π.χ. άρθρα 31, 56 και 57 σχετικού εγχειριδίου). Αυτό, σε μια προσπάθεια να μείνει «η πολιτική έξω
από τον αθλητισμό». Αν και φαινομενικά η θέση αυτή προφυλάσσει τον αθλητισμό από
την μετατροπή του σε πεδίο πολιτικών αντιπαραθέσεων, στην πραγματικότητα προφυλάσσει το πολιτικό
και οικονομικό κατεστημένο από τον ενδεχόμενο κίνδυνο μαζικότερης έκφρασης της κοινωνικής
οργής και των αντιπολιτευτικών διαθέσεων του φίλαθλου κοινού.
Η δήθεν ουδέτερη και απολιτική αυτή θέση της UEFAείναι στην
πραγματικότητα μια σαφέστατη πολιτική θέση, αναμφισβήτητα συντηρητική, αφού επιδιώκει
τη μετατροπή των φιλάθλων σε ένα αμέτοχο και χειραγωγούμενο φιλοθεάμον κοινό, εντός
του οποίου η πολιτική διάσταση του φιλάθλου, η πολιτική κρίση και συνείδησή του εξαφανίζονται ως δια (ποδοσφαιρικής) μαγείας,
ή τουλάχιστον αναστέλλονται προς όφελος της υφισταμένης κατάστασης. Αλλιώς οι τακτικές
συγκεντρώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε στάδια και γήπεδα θα εγκυμονούσε
πρόσθετους κινδύνους για το σύστημα.
Έτσι, οι χρυσές δουλειές -με πρόθυμο εταίρο και θύμα το
δημόσιο- των μεγαλοεπιχειρηματιών του εφοπλισμού, της υψηλής τεχνολογίας, των
πετρελαιοειδών, των κατασκευαστικών εταιρειών, των παράλληλα δραστηριοποιούμενων στο
ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ και στις μεγάλες αθλητικές
διοργανώσεις, όχι μόνο δεν θα συναντούν κάποια ανεπιθύμητη πολιτική αντίσταση αλλά και θα διευκολύνονται
βρίσκοντας έμμεση υποστήριξη στις απολιτικές ή πολιτικά αποστομωμένες φίλαθλες μάζες. Στην ευόδωση μάλιστα κάποιων χρυσοφόρων τέτοιων σχεδίων μπορούν να βοηθούν ενίοτε και πρόθυμοι, υπερήφανοι και χαμογελαστοί εθελοντές (θυμηθείτε την επιδημία του εθελοντισμού των Ολυμπιακών του 2004) όπως και ντοπαρισμένοι νεαροί συνδεσμίτες ομάδων, που μετατρέπονται συνειδητά ή ασυνείδητα σε ιδιωτικούς στρατούς προέδρων και μεγαλομετόχων ποδοσφαιρικών και λοιπών ανωνύμων εταιρειών.
Ο κόσμος ψηφίζει από απογοήτευση. Οι συσπειρώσεις πολιτών είναι η μόνη ελπίδα. Οι ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές είναι εφικτές, προΰποθέτουν όμως επανάσταση στο επίπεδο της κουλτούρας και
νοοτροπίας. Ο πιο αδύναμος κρίκος δεν είναι η κοινότητα, η πόλη, ή
οποιαδήποτε άλλη μορφή τοπικότητας, αλλά το ίδιο το κράτος, που είναι
παγιδευμένο μεταξύ δύο πυρών, του έθνους από τη μια και των αγορών από
την άλλη. Και οι λύσεις δεν μπορούν να προέλθουν από τα κόμματα οποιασδήποτε απόχρωσης. Όσο ισχυρή θέληση και καλή οργάνωση και
να έχουν τα κόμματα, δεν μπορούν να καταφέρουν κάτι αν δεν
αλλάξει το σύστημα. Οι πολίτες αυτοοργανώνονται τοπικά και η βελτίωση του τόπου τους θα έχει
θετικό αντίκτυπο σε όλους. Επίσης χρειαζόμαστε έναν αντικαταναλωτικό τρόπο ζωής που θα καταστήσει το υπάρχον σύστημα
έκπτωτο. Οι παλιές πρακτικές δεν είναι πια
αποτελεσματικές. Ίσως
νέες να έχουν ήδη βρεθεί σε άλλα σημεία της υδρογείου και να μην το
γνωρίζουμε. Αυτές είναι μερικές από τις σκέψεις του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, που περιλαμβάνονται στην συνέντευξη που ακολουθεί.
Ενα χειμωνιάτικο απόγευμα στο σπίτι του στο χιονισμένο Leeds,
ο επίτιμος καθηγητής κοινωνιολογίας Ζίγκμουντ Μπάουμαν μάς μίλησε για
την κρίση, τον καταναλωτισμό, τις μορφές αντίστασης, την ανάγκη αλλαγής
νοοτροπίας και το πώς βλέπει το μέλλον.
Συνέντευξη στην Ντίνα Δαβάκη και τον Δημήτρη Μπούκα.
Το Πολυτεχνείο 1973 συνιστά
πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα πολιτικό γεγονός και ως τέτοιο άφησε
σημαντική παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές, όπως φάνηκε από την πολιτική
δυναμική και τις εντάσεις που δημιουργούσε επί δεκαετίες κάθε χρόνο στην
επέτειο. H κατάληψη-εξέγερση τον Νοέμβριο 1973 έχει τα χαρακτηριστικά ενός
αυτόνομου κινήματος, με πολιτικό περιεχόμενο και πολιτικούς στόχους, ανεξάρτητο
από κόμματα, ηγέτες, ιδεολογίες και γραφειοκρατίες.
Ένας από τους κύριους
στόχους του Πολυτεχνείου 1973 ήταν η Δημοκρατία. Όχι φυσικά κάποια αποκατάσταση
του προηγουμένου διεφθαρμένου και αποτυχημένου κοινοβουλευτισμού ή κάποια
βελτιωμένη εκδοχή του, αλλά ένα πολίτευμα στο οποίο ο δήμος θα είναι ουσιαστικά
κυρίαρχος, θα υπάρχει «λαϊκή κυριαρχία» ή «λαϊκή εξουσία» (χρησιμοποιώ εδώ τους
όρους που υπήρχαν στα συνθήματα των εξεγερμένων και στην Ανακοίνωση της
Συντονιστικής Επιτροπής).
Όποιος είδε τη Δευτέρα το βράδυ του κυβερνητικούς παράγοντες στην τηλεόραση στις εκπομπές “αναμονής της δόσης”, ασφαλώς θα διαπίστωσε ότι αποτελούσαν τις προσωποποιήσεις του ψεύδους, του φιλοτομαρισμού, του κυνισμού. Δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά τους που θα είχαν κάτι να “πουλήσουν” για την πολιτική τους επιβίωση.
Τη διαβόητη δόση των δισεκατομμυρίων ευρώ για την οποία είχαν πράξει το ειδεχθές καθήκον τους: την ψήφιση του τρίτου μνημονίου με εκβιασμούς, συνταγματικές παραβιάσεις και όλα αυτά που κάνουν συνήθως οι κατά τα άλλα λάτρεις της αστικής δημοκρατίας. Η διαδικασία του Eurogroup επί δυο εβδομάδες δεν ήταν παρά ένα θέατρο, που επέτρεψε σε όλους να παίξουν το ρόλο του νικητή. Στην ελληνική κυβέρνηση γιατί πήρε τη “δόση” της. Στο ΔΝΤ γιατί τάχα επέβαλε τους όρους του για το ύψος του χρέους το 2020. Στην ΕΚΤ γιατί δεν θα κουρευτούν τα ελληνικά ομόλογα που κρατά. Στους Γερμανούς γιατί δεν έκαναν πίσω από τις θέσεις τους - που είναι και οι μόνοι που έχουν πραγματικό λόγο να πανηγυρίζουν.
"Σε κάθε περίπτωση, η αναδιατύπωση του γνωσιολογικού και του μεθοδολογικού οπλοστασίου της πολιτικής επιστήμης αποτελεί πρόκριμα για τη μετάβαση από τον απολογητικό και περιοριστικά νομιμοποιητικό της ρόλο στο πλαίσιο του κράτους-έθνους, στη διαμόρφωση ενός άλλου παραδείγματος για την πολιτική, το πολιτικό σύστημα και την εξέλιξη."
του Γιώργου Κοντογιώργη
Η συζήτηση για τη θέση της πολιτικής ως φαινομένου στη διδασκαλία και την έρευνα επικεντρώνεται στις μέρες μας στην αναζήτηση των επιμέρους «αντικειμένων» της και, κατ’ επέκταση, σε μιαν ανάλογη θεματική άρθρωση των σπουδών ή των ερευνητικών αναζητήσεων. Το «αντικείμενο» της πολιτικής επιστήμης, η πολιτική εξουσία, εμφανίζεται ως δεδομένο και ουσιαστικά αυτονόητο, παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις ως προς τις ειδικότερες εκδηλώσεις του, τους παράγοντες που συνεκτιμώνται κατά την εξέτασή του ή τις μεθοδολογικές αφετηρίες της έρευνας. Γι’ αυτό άλλωστε και ο ορισμός της πολιτικής δεν δημιουργεί ιδιαίτερο πρόβλημα.
του Κώστα Δουζίνα. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο re-public.gr
Ο ανθρωπισμός εξελίσσεται σε θεμελιώδη πολιτική ιδεολογία του 21ου αιώνα. Ο ακτιβισμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα μετατρέπεται σε αντι-πολιτική, άμυνα των «αθώων» έναντι της εξουσίας χωρίς καμία κατανόηση της λειτουργίας της εξουσίας και χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για συλλογική δράση που θα μπορούσε να αλλάξει τα αίτια της φτώχειας, της αρρώστιας ή του πολέμου.
«Ευχαριστούμε που ήρθατε να υποστηρίξετε το σπουδαιότερο πράγμα στην ιστορία του κόσμου», είπε ο Κρις Μάρτιν, ο πρώτος τραγουδιστής του ποπ συγκροτήματος Coldplay, στο πλήθος, στη συναυλία Live8 στο Χάιντ Παρκ, στο Λονδίνο. «Δεν ζητάμε φιλανθρωπία, ζητάμε ειρήνη». Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο πρώτος τραγουδιστής των U2 και συνδιοργανωτής της εκδήλωσης, ο Μπόνο, εξέφρασε το σκοπό της σειράς των συναυλιών που οργανώθηκαν με αφορμή τη συνάντηση των ηγετών της G8 στη Σκωτία. Με αλλεπάλληλες εκκλήσεις στους ηγέτες των οκτώ πλουσιότερων εθνών του κόσμου, η Live8 ζήτησε τη διαγραφή του αφρικανικού χρέους και μια σημαντική αύξηση του επιπέδου της βοήθειας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα έπρεπε να τεθούν στο επίκεντρο της ατζέντας των ηγετών της Δύσης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι πολλές εκατοντάδες χιλιάδες που παρακολούθησαν τις οκτώ συναυλίες ανά τον κόσμο συμφωνούσαν με αυτά τα συναισθήματα. Τα δάκρυα και η συμπάθεια για τη δυστυχία και τον πόνο στην Αφρική κυριαρχούσαν στον εκτεταμένο χώρο που αφιέρωσαν στη συναυλία οι βρετανικές εφημερίδες. Τα πλήθη πέρασαν υπέροχα ακούγοντας τη Μαντόνα, τους Πινκ Φλόιντ και τον Πολ ΜακΚάρτνει, συμμετέχοντας στο «μεγαλύτερο γεγονός που οργανώθηκε ποτέ», διαμαρτυρόμενα για τη φτώχεια και την αρρώστια στην Αφρική. Η δικαιοσύνη «ήταν το απλούστερο και πιο διαδεδομένο θέμα. Όλοι έγιναν ξαφνικά, παγκόσμια, πολιτικοποιημένοι» (Euan Ferguson, The Observer, 2005). Ως συνδυασμός ηδονισμού και καλής συνείδησης, το Live8 δεν θα ξεπεραστεί εύκολα σε μέγεθος ή υπερβολή. Με πάρτι ως πολιτική, με ποτό και χορό ως ηθική έκκληση.
Ήταν αναμενόμενο; Είχε προετοιμάσει το σύστημα την αντίδρασή του; Μήπως σπρώχτηκαν τα πράγματα προς τα εκεί, γιατί έτσι είναι πιο εύκολος ο χειρισμός; Και, ακόμη, μονιμοποιείται μία νέα πολιτική συμπεριφορά, παγιώνεται, με δεδομένο το προηγούμενο των Ευρωεκλογών, η αποστασιοποίηση όλο και πιο πλατιών μαζών από τη συμμετοχή, όπως εκφράζεται έστω από την εκλογική διαδικασία; Σηματοδοτούν αυτά την εμπέδωση σταδιακά ενός εξαμερικανισμένου πολιτικού μοντέλου στη χώρα;
Τα ερωτήματα είναι πολλά, δεν είναι εύκολο το ξεκαθάρισμα. Πολύ περισσότερο όταν οι απαντήσεις που δίνονται από τους «διορισμένους» αναλυτές και τους κομματικούς παπαγάλους διαστρεβλώνουν και κουκουλώνουν την πραγματικότητα. Η ανακατασκευή της λαϊκής εκλογικής καταγραφής είναι όρος επιβίωσης για το κατεστημένο πολιτικό σύστημα.
Η πολιτική είναι εδώ
Αν διαβάσει κανείς την εκλογική διακύμανση της τελευταίας διετίας, όχι με τα παραμορφωτικά γυαλιά που μας φοράει με το καλό ή με το ζόρι το εκδοτικό-διακαναλικό καρτέλ, θα διαπιστώσει μετατοπίσεις και τάσεις που έχουν στο κέντρο τους την πολιτική απόφαση και επιλογή των λαϊκών στρωμάτων.
Στην εντυπωσιακή αποχή των Ευρωεκλογών του 2009, οι κορώνες για την απολίτικη -ή ακόμα και αντιπολιτική- νεολαία της παραλίας και τον αδιάφορο πολίτη του φραπέ κατέκλυσαν οθόνες και σελίδες. Λίγους μόνο μήνες μετά το ξέσπασμα του Δεκέμβρη του 2008, στην είσοδο της οικονομικής κρίσης, οι Ευρωεκλογές αποτέλεσαν μία απολύτως απαραίτητη άσκηση απορρόφησης των κραδασμών, ώστε η κυβέρνηση της Ν.Δ. να προχωρήσει την πρώτη δέσμη αντιλαϊκών μέτρων και την προδιαγεγραμμένη παράδοση-παραλαβή.
Στις εθνικές εκλογές, που ακολούθησαν, κυριάρχησε η λαϊκή θέληση απαλλαγής από την καταστροφική κυβέρνηση Καραμανλή, που μάλιστα κατέθεσε ένα καθαρόαιμο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Και όλα όσα με μεγάλη σοφία και αναλυτική οξυδέρκεια αποδόθηκαν στην αποχή, μετατράπηκαν «εν μία νυκτί», στην κυριολεξία, σε ύμνους στη «συμμετοχή του λαού και τη μεγάλη νίκη της δημοκρατικής παράταξης».
Και τώρα; Ξαναβγάζουμε από το τσεπάκι τις έτοιμες θεωρίες για την απολίτικη νεολαία και την κοινωνία του καναπέ. Τα κροκοδείλια δάκρυα των επαγγελματιών του πολιτικού σαλτιμπαγκισμού και της δημοσιογραφικής «μαύρης μαγείας» είναι αυθόρμητα και υποχρεωτικά για να συγκαλύψουν και να διαστρέψουν τη συντριπτική εκδήλωση της λαϊκής οργής. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα το ονοματίσουν ευγενικά: «αποστασιοποίηση των πολιτών», «αποδοκιμασία του πολιτικού συστήματος»… Έναν προφανή στόχο εξυπηρετούν και μόνο: Να εξαφανίσουν -να η… μαύρη μαγεία- τη βαριά κυβερνητική ήττα και την παταγώδη αποτυχία του πρωθυπουργικού διλήμματος, που μετατράπηκε σε άτακτη φυγή, όταν διαφάνηκε η έκταση της μεγάλης… νίκης του Γ. Σγουρού!
«Ο ελληνικός λαός μάς έφερε στην εξουσία, ένα χρόνο πριν. Και, σήμερα, επιβεβαίωσε ξανά ότι αυτή την αλλαγή θέλει και τώρα, αυτή την αλλαγή ζητά και τώρα… Η αποχή πολλών συμπολιτών μας από τις κάλπες πρέπει να μας προβληματίσει όλους. Δεν θα ήταν σωστό εκ μέρους μου να κάνω πρόχειρες ερμηνείες…». Οι πρωθυπουργικές δηλώσεις είναι τόσο εξωφρενικές όσο εκκωφαντική είναι η εκδήλωση, με κάθε ευκαιρία, της λαϊκής οργής το τελευταίο διάστημα. Δεν κατάλαβαν τίποτα; Δύσκολο να το πιστέψει κανείς. Εκτός αν έχουν τόσο τυφλωθεί από τη μετάλλαξή τους στην επιχειρηματική-μιντιακή α-πολιτική που έχουν - τη θανάσιμη για την πολιτική τους επιβίωση αυταπάτη ότι ο λαός τούς στηρίζει «παθητικά», διά της σιωπής. Ενάμιση εκατομμύριο χαμένες ψήφοι για ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ., τα άκυρα-λευκά στο πρωτοφανές ποσοστό του 9%. Ορισμένοι είδαν ακόμα και προσωπική νίκη Παπανδρέου, επειδή ο Σγουρός στην Αττική ήρθε πρώτος και ο πασοκικός αντάρτης Καλούδης, στα Ιόνια, δεν πέρασε στο δεύτερο γύρο! Έτσι είναι, αν έτσι νομίζουν…
Ούτε η Αριστερά;
Υπάρχει ένας παράγοντας που επιτρέπει τη χειραγώγηση της διογκούμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας που εκφράστηκε με σαφήνεια και στις 7 Νοέμβρη. Είναι η συνεχιζόμενη αδυναμία, στοιχειώδους έστω, συγκρότησης ενός εναλλακτικού δρόμου ανατροπής του Μνημονίου και της κυβέρνησης και χάραξης πορείας διεξόδου για τη χώρα και ανακούφισης του λαού. Θα ήταν αυτό το έργο της Αριστεράς. Εξακολουθεί βασανιστικά να μην ανταποκρίνεται. Πολύ περισσότερο, παραμένει εγκλωβισμένη -όλες οι πτέρυγές της- σε ένα μικροπολιτικό πλαίσιο, που βέβαια δεν μπορεί καν να αναταράξει τα βρόμικα νερά του δικομματικού τέλματος. Έτσι, γαντζωμένο στην εξουσία, το πολιτικο-οικονομικό καρτέλ, οι υπηρέτες και ντίλερ του πολυεθνικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, αισθάνονται ότι έχουν ακόμα περιθώρια χειρισμών. Και θα έχουν, βέβαια, όσο η Αριστερά, παρά την εξόφθαλμη αδυναμία της να επικοινωνήσει με το ρεύμα, που αποδεσμεύεται από το δικομματισμό, εμφανίζεται γενικώς ατάραχη και αυτοϊκανοποιούμενη.
Ο λαϊκός κόσμος και η νεολαία που πλήττονται, έχουν δείξει όχι μόνο μία φορά το τελευταίο διάστημα προθέσεις, αναζητήσεις, έχουν χαράξει κατευθύνσεις και έχουν ανιχνεύσει δρόμους. Στον Δεκέμβρη του 2008, στη μεγάλη διαδήλωση της 5ης Μάη, στις μάχες που δίνονται συνεχώς στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, στην κάλπη σε συνθήκες άγριου εκβιασμού στις 7 Νοέμβρη.
Σε μία αποκαλυπτική αντιπαραβολή των αναγκών, που δεν εκπληρώνονται, και των στείρων επιλογών, που διαιωνίζονται, οι εκπρόσωποι του ΚΚΕ απολάμβαναν στα τηλεοπτικά παράθυρα τα συχαρίκια των τηλεοπτικών αστέρων -είναι οι ίδιοι που κατασυκοφάντησαν το ΚΚΕ την προηγούμενη περίοδο- γιατί αύξησαν κατά 75.000 τις ψήφους τους, ενώ οι εκπρόσωποι του ΣΥΝ πάσχιζαν να ψελλίσουν το θετικό της συγκράτησης των δικών τους δυνάμεων.
Το ερώτημα είναι καθοριστικό και αμείλικτο. Προδίδει τον εκφυλισμό πλέον των κριτηρίων όλων των ηγεσιών της Αριστεράς. Για να χρησιμοποιήσουμε μία έκφραση του δημοσιογραφικού συρμού, το πού «μπαίνει ο πήχης» δείχνει πολλά. Τι καταγράφει η Αριστερά απέναντι στο ιλιγγιώδες κοινωνικό ρεύμα του ενάμιση εκατομμυρίου, που δραπετεύει από το δικομματισμό, στη νεολαία του άκυρου-λευκού και της αποχής; Ή μήπως δεν είναι αυτό το κεντρικό ερώτημα του εκλογικού απολογισμού;
Αν δεν είναι έτσι, τότε μπορούμε για ώρες να εγκλωβιζόμαστε στη συζήτηση μπακαλικής προσθαφαίρεσης, στο σκυλοκαβγά γύρω από την «ενίσχυση» του ΚΚΕ, τη «διατήρηση» του ΣΥΝ ή την «έκπληξη» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Κι έτσι, να αναπαράγεται σε άλλη κλίμακα η ίδια χειριστική διαστρέβλωση της μιντιοκρατίας, με μοναδικό αποτέλεσμα τη διατήρηση των περιχαρακώσεων, των ηγεμονισμών και της ομφαλοσκόπησης.
Θα λάβει η υπαρκτή Αριστερά το μήνυμα; Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι τα περιθώρια έχουν στενέψει απειλητικά. Αν δεν ανταποκριθεί επειγόντως, θα βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα της εκρηκτικής συνάντησης της πολιτικής κρίσης και της λαϊκής οργής μαζί με το δικομματισμό, που σαπίζει, και τους πρόθυμους αιμοδότες του.
Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ πρέπει να λογοδοτήσουν για την καταστροφή της χώρας. Θα μπορούσε λοιπόν να δημιουργηθεί μια επιτροπή όπως το δικαστήριο του Μπέρτραντ Ράσελ, για να διερευνήσει την ηθική ευθύνη των ελίτ. Η κυβέρνηση δεν έχει την παραμικρή νομιμοποίηση για να πάρει τα μέτρα. Η συνταγματικότητά τους πρέπει να ελεγχθεί δικαστικά, και πρέπει να συγκεντρωθούν υπογραφές με αίτημα το δημοψήφισμα. Αν το αίτημα δεν γίνει δεκτό, τοπικά δημοψηφίσματα μπορούν να οργανωθούν από σωματεία και οργανώσεις, υποστηρίζει στο άρθρο που ακολουθεί ο Κώστα Δουζίνας, αντιπρύτανης και διευθυντής του Birkbeck Institute for the Humanities, London University.
Του Κώστα Δουζίνα*
Η ηφαιστειακή έκρηξη στην Ισλανδία, μια χώρα που έχει υποφέρει τα πάνδεινα από την τρέλα και την απληστία των τραπεζιτών, είναι η πιο αρμόζουσα αλληγορία για την ελληνική τραγωδία. Η κρίση έχει συζητηθεί κυρίως με οικονομικούς και σχεδόν φυσικούς όρους, και μόνο δευτερευόντως σε σχέση με τον πολιτικό της χαρακτήρα και τις επιπτώσεις. Η κυβέρνηση, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και οι αυτάρεσκοι «ειδικοί» παρουσίασαν τα πρόσφατα γεγονότα σαν θεϊκή πράξη, μια φυσική καταστροφή που δεν μπορούσε να προβλεφθεί ή αποφευχθεί. Η κυρίαρχη ρητορική υποστηρίζει ότι η δράση των «αγορών» είναι αναπόφευκτη, απρόβλεπτη, ανεξιχνίαστη. Αν η Ελλάδα είναι σαν τον Τιτανικό, οι «αγορές» είναι το ανελέητο παγόβουνο και οι απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια ξαφνική ηφαιστειακή έκρηξη. Η μόνη απάντηση των ελίτ μπροστά σε μια τέτοια «ανωτέρα βία» είναι να προσφύγουν στις διαδικασίες της πολιτικής προστασίας, έτσι ώστε να περιορίσουν τις απώλειες και τις ζημιές.
Η οικονομική κρίση ως φυσική καταστροφή
Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτή τη «φυσικοποίηση» (naturalization) της οικονομίας «φετιχισμό των καταστροφών», κάτι σαν τον φετιχισμό του εμπορεύματος κατά Μαρξ. Πολιτικές αποφάσεις που παίρνονται στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες, στρατηγικές επιλογές των χρηματιστών, πρωτόγνωρες επιβολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες, αναπόδραστες, σχεδόν μη ανθρώπινες παρεμβάσεις. Αν η οικονομική κρίση είναι μια φυσική καταστροφή, τότε η πολιτική δεν πρέπει να ανακατεύεται στην αντιμετώπισή της, με τον ίδιο τρόπο που δεν πρέπει αναμειγνύεται στην ανθρωπιστική βοήθεια σε περιπτώσεις σεισμού. Ένας υπουργός μάς λέει ότι «χρειαζόμαστε στρατιωτική πειθαρχία» στην αποδοχή των μέτρων. Τα τηλεοπτικά δελτία, με μπροστάρη το MEGA, επαναλαμβάνουν ανιαρά «It’s the economy, stupid!», καθώς παρουσιάζουν σχεδιαγράμματα με την άνοδο των «σπρεντ», με τον ίδιο τρόπο που παρουσιάζουν την αύξηση της θερμοκρασίας σε περίοδο ξηρασίας.
«Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση;» ρωτούν ρητορικά οι παντογνώστες δημοσιογράφοι και οι υπόλογοι πολιτικοί για να θέσουν τέρμα στην πολιτική συζήτηση και παρέμβαση και να επιστρέψουν στην «επιστημονική» ανατομή της φυσικής οικονομικής καταστροφής. Όλες οι προτάσεις για πολιτική κινητοποίηση, όλες οι ιδέες για διαφορετικές στρατηγικές, η πρόταση για δημοψήφισμα απορρίπτονται με το επιχείρημα ότι δεν συνειδητοποιούν τον επείγοντα και μονόδρομο χαρακτήρα της οικονομικής λύσης. Αν η «φυσικοποιημένη» οικονομία κινείται με τρόπους απρόβλεπτους και θεόσταλτους, η πολιτική μετατρέπεται σε μια υποκατηγορία της οικονομίας που πρέπει να μένει σιωπηλή και περιθωριοποιημένη. Μ’ αυτό τον τρόπο βαθύτατα πολιτικές αποφάσεις εμφανίζονται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα αδήριτων νόμων, περιβάλλοντας έτσι ταξικά συμφέροντα με την αίγλη της επιστήμης.
Και όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Κάθε βήμα, απόφαση και πράξη που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο ήταν βαθιά πολιτικές επιλογές. Η οικονομική κατάρρευση του 2008 που επιδείνωσε την οικονομική κρίση αποκάλυψε την θεμελιώδη υποκρισία και ανηθικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ενώ οι απλοί άνθρωποι υποβάλλονται καθημερινά στην «πειθαρχία» της αγοράς χάνοντας σπίτια, δουλειές και ελπίδα, τις τεράστιες απώλειες των τραπεζών τις ανέλαβε το κράτος. Αυτή είναι η πολιτική του «lemon socialism»: σοσιαλισμός για τους πλούσιους -- καπιταλισμός για τους υπόλοιπους. Ή, για να παραφράσουμε τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, αν φοροδιαφεύγεις πας φυλακή, αν οδηγήσεις μια τράπεζα στην πτώχευση παίρνεις τεράστια μπόνους.
Το ίδιο ισχύει και με το χρέος. Το χρέος συσσωρεύθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια με αποφάσεις των εναλλασσόμενων πολιτικών ελίτ που χρησιμοποιούσαν τα δάνεια για πελατειακές πολιτικές και πολιτικά οφέλη. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ως προς αυτό ανάμεσα στον Σημίτη, τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τους διάφορους υπουργούς και πρώην υπουργούς που παρελαύνουν χωρίς ντροπή στις τηλεοπτικές οθόνες, ζητώντας «στρατιωτική πειθαρχία». Όλες οι πρόσφατες εκλογικές εκστρατείες έγιναν με το κόμμα της εκάστοτε αντιπολίτευσης να υπόσχεται «ηθική στην πολιτική», «εκλογίκευση των δημοσιονομικών», «επανίδρυση του κράτους», εγκατάλειψη της «αλαζονείας της εξουσίας». Μόλις τελειώνουν οι εκλογές, η νέα κυβέρνηση επιστρέφει στις παλιές μεθόδους, δανειζόμενη, δωροδοκώντας και μοιράζοντας προνόμια στους ημέτερους.
Σήμερα, το ένα κυβερνητικό κόμμα επιτίθεται στο άλλο για το ποιος φταίει για το χρέος, λες και υπάρχει κάποιος που ανήκει στην πολιτική ελίτ των τελευταίων τριάντα χρόνων και δεν φταίει. Με αυτή την έννοια, τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν ότι η οικονομική και η ηθική πτώχευση είναι συνοδοιπόροι. Στη Βρετανία, στη διάρκεια των τηλεοπτικών αναμετρήσεων της τρέχουσας προεκλογικής εκστρατείας, και οι τρεις ηγέτες απολογήθηκαν στο κοινό για τα «σκάνδαλα των εξόδων» (οι βουλευτές χρέωναν στο δημόσιο κονδύλια που δεν δικαιούνταν) που στοίχισαν στο δημόσιο λιγότερο από δύο εκατομμύρια λίρες, ποσό που ωχριά σε σύγκριση με όσα σπαταλήθηκαν από τις δικές μας ελίτ.
Περιμένουμε ακόμα η πολιτική ελίτ να απολογηθεί στον ελληνικό λαό, αν και μάλλον μια πράξη μεταμέλειας ιαπωνικού τύπου και ακόμα περισσότερο ένα δημόσιο χαρακίρι θα ταίριαζαν περισσότερο στην κατάσταση, αν αναλογιστούμε το μέγεθος της ευθύνης. Η πολιτική τάξη όμως δεν διαθέτει το στοιχειώδες ηθικό ανάστημα: η αξίωσή τους να αλλάξουν οι πολίτες στάση, να υπακούν στο νόμο και να δρουν υπεύθυνα προς την κοινωνία θα ήταν πολύ πιο αξιόπιστη αν οι στυλοβάτες της ηθικής έδειχναν ένα ίχνος ταπεινοφροσύνης και κατανόησης της ευθύνης τους.
Η πολιτική φύση της κρίσης διαφαίνεται και στην ευρωπαϊκή πλευρά. Το όριο του 3% στο έλλειμμα (που το έχουν ξεπεράσει όλα τα κράτη της ευρωζώνης), το σύμφωνο σταθερότητας, η κερδοσκοπία των «αγορών» έχουν όλα πολιτικό κίνητρα και σχέδιο. Ο στενός δεσμός μεταξύ των μέτρων της ΕΕ και του ΔΝΤ με τη γερμανική πολιτική είναι πασίγνωστος. Αυτό που έχει σχολιαστεί λιγότερο είναι η φύση της κερδοσκοπίας των αγορών, η οποία δεν βασίζεται στις επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας (η Ελλάδα πάει ακόμη σχετικά καλά), αλλά στα αισθήματα «εμπιστοσύνης» και «ρίσκου» που διακατέχουν τους χρηματιστές. Οι χρηματαγορές λειτουργούν σε ένα εικονικό, και όχι πραγματικό επίπεδο. Η αξιοπιστία ενός κράτους, ο κίνδυνος να μην πληρώσει προσδιορίζονται από φανταστικούς σχεδιασμούς και ιδεολογικές κατασκευές. Αποτελούν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αλλά έχει τη δύναμη να την αλλάζει καταστροφικά.
Οι επιθέσεις των «αγορών» κατά της Ελλάδας είναι η εκδίκηση του νεοφιλελευθερισμού για τη μεγάλη ήττα του 2008. Αποτελεί όμως και αναπόσπαστο κομμάτι των ευρύτερων ρυθμίσεων της μεταβιομηχανικής κοινωνίας των υπηρεσιών. Η συσσώρευση κεφαλαίου δεν βασίζεται πλέον στην παραγωγή υπεραξίας στον πρωτογενή τομέα, αλλά στην άντλησηενοικίου (με κύρια μορφή τον τόκο). Αυτό ισχύει τόσο σε ατομικό επίπεδο (ο νεοφιλελευθερισμός μάς μεταχειρίζεται όχι σαν φυσικά πρόσωπα ή πολίτες αλλά σαν καταναλωτές που πρέπει συνεχώς να δανείζονται για να ξοδεύουν) όσο και σε κρατικό.
Όμως, η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω ενοικίου πρέπει να αστυνομεύεται αυστηρά, αφού το δανειστικό συμβόλαιο δεν δημιουργεί αυτόματα τις συνθήκες της αναπαραγωγής του όπως συμβαίνει με το συμβόλαιο εργασίας. Η άντληση ενοικίου και τόκου απαιτεί τον εκφοβισμό καθώς δεν υπάρχει κάποιο «φυσικό» επίπεδο ενοικίου. Η πίεση των αγορών είναι ένας τρόπος να ασκηθεί πίεση στους οφειλέτες ή να αποδεχτούν τον πιο ακραίο νεοφιλελευθερισμό ή να χρεοκοπήσουν. «Οφειλέτες προσέχετε», λένε στα κράτη. «Ή διαλύετε το κράτος πρόνοιας ή γίνεστε η επόμενη Ελλάδα». Δεν διαφέρει και πολύ από τη μαφιόζικη «προστασία»: αν ο οφειλέτης αμφισβητήσει τους όρους ή την αμοιβή, οι μπράβοι τον δέρνουν.
Η κρίση δεν είναι πρωτίστως οικονομική
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από τον ισχυρισμό ότι η κρίση είναι κυρίως οικονομική. Η πολιτική λογική και οι ανάγκες του ύστερου καπιταλισμού δημιούργησαν την κρίση που χρησιμοποιείται σήμερα κυνικά για να καταστραφεί το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης. Μόλις συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της πολιτικής κρίσης, που οδηγεί στη συνολική καταστροφή και επανασύσταση του κοινωνικού δεσμού, ίσως εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια καθολικής αντίδρασης.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση χρειαζόμαστε πιθανόν μια νέα θεωρητική σύλληψη. Ο δημόσιος τομέας αντιπροσωπεύει και προάγει τα επιτεύγματα του κράτους πρόνοιας. Ωστόσο, σαν υποχείριο των πολιτικών μηχανισμών και πεδίο πελατειακών σχέσεων έχει χάσει μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης και κύρους του. Αυτό βολεύει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που χρησιμοποιεί την ιδιωτικοποίηση και την απορρύθμιση, προκειμένου να μεταφέρει κεφάλαιο και εξουσία από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Συνειδητοποιώντας την αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια αρετή που χρησιμοποιείται για ιδιωτική εξαχρείωση, η Αριστερά οφείλει να αποτρέψει την διαίρεση της κοινωνίας σε αντιμαχόμενο δημόσιο και ιδιωτικό χώρο. Οι αλληλοκατηγορίες για τεμπέληδες και διεφθαρμένους δημόσιους υπάλληλους ή για φοροφυγάδες και διεφθαρμένους ελεύθερους επαγγελματίες υπηρετούν μόνο την τακτική τού «διαίρει και βασίλευε» του νεοφιλελευθερισμού.
Πέρα από τη διαίρεση δημοσίου και ιδιωτικού, υπάρχει ένας τρίτος όρος: το κοινό καλό: αντιπροσωπεύει την κοινωνική δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου, την ενέργεια που εμψυχώνει την κοινωνία και φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Ο δημόσιος τομέας εκπροσωπούσε παραδοσιακά το κοινό καλό, αλλά σήμερα δεν εκφράζεται αποκλειστικά από το κράτος. Αυτό το κοινό συμφέρον (commonwealth) καθορίζεται αδιαμφισβήτητα από τον βαθύ ανταγωνισμό ανάμεσα στον λαό και τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Ωστόσο, σε τούτους τους καιρούς της επικείμενης καταστροφής, η Αριστερά οφείλει να απευθυνθεί στη δεξαμενή αυτή του κοινού αισθήματος, για να διασώσει το ανθρώπινο πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας.
Η κοινωνική αποστροφή για τις πολιτικές ελίτ πρέπει να μετατραπεί από απαθή αποστασιοποίηση σε ενεργή δύναμη. Διάφορες ιδέες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε ίσως να δημιουργηθεί μια εξεταστική επιτροπή από Έλληνες και ξένους οικονομολόγους και κοινωνικούς επιστήμονες, πέραν των δύο μεγάλων κομμάτων, για να εξετάσει πως εκτινάχτηκε το χρέος και πως ξοδεύτηκαν τα κονδύλια.
Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ πρέπει να λογοδοτήσουν για την καταστροφή της χώρας. Θα μπορούσε λοιπόν να δημιουργηθεί μια επιτροπή όπως το δικαστήριο του Μπέρτραντ Ράσελ, για να διερευνήσει την ηθική ευθύνη των ελίτ. Η κυβέρνηση δεν έχει την παραμικρή νομιμοποίηση για να πάρει τα μέτρα. Η συνταγματικότητά τους πρέπει να ελεγχθεί δικαστικά, και πρέπει να συγκεντρωθούν υπογραφές με αίτημα το δημοψήφισμα. Αν το αίτημα δεν γίνει δεκτό, τοπικά δημοψηφίσματα μπορούν να οργανωθούν από σωματεία και οργανώσεις.
Για το κοινό καλό και τη δημοκρατία
Πιο γενικά, η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγάλο μέτωπο αντίστασης, πέρα από κομματικές τοποθετήσεις. Μια ηγεμονική πολιτική αναγνωρίζει την πολυδιάσπαση των κοινωνικών δυνάμεων και προσπαθεί να αναγάγει μια βασική αντίθεση σε γραμμή αντιπαράθεσης των λαϊκών δυνάμεων και των ελίτ, συμπυκνώνοντας τις διάφορες αντιθέσεις. Το κοινό καλό και η δημοκρατία είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι για ηγεμονική πολιτική. Αυτή τη στιγμή διαφορές και διαφωνίες στην Αριστερά είναι καταστροφικές. Η Αριστερά είναι η μοναδική κοινωνική δύναμη που μπορεί να εκπροσωπήσει το κοινό καλό, η μοναδική ιδεολογία που διαθέτει ακόμη ηθικό κύρος για την άμυνα της δημοκρατίας, που είναι συνώνυμη με την υπεράσπιση της πολιτικής. Ένα τέτοιο μέτωπο δημιουργεί την απαραίτητη δυναμική για να μετατρέψει την άμυνα και αντίσταση σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Ο ανθελληνικός ρατσισμός και οριενταλισμός που εμφανίστηκε τους δύο τελευταίους μήνες στην Ευρώπη ήταν αναπάντεχος και αποτρόπαιος. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά αυτού του νομίσματος. Οι προοδευτικοί Ευρωπαίοι προσβλέπουν στην Ελλάδα σαν μια μεγάλη ελπίδα. Τώρα που ξέρουμε ότι η θεραπεία είναι χειρότερη από την αρρώστια, ίσως η Ευρώπη καταλάβει ότι διάλεξε το λάθος πειραματόζωο. Αντί η Ελλάδα να οδηγήσει σε πανευρωπαϊκά οικονομικά προβλήματα, ίσως να ξεκινήσει την πολιτική αντεπίθεση των Ευρωπαίων.
Το αδύνατο παραμένει πάντα δυνατό
Θαύματα γίνονται ακόμα. Οι σοσιαλιστές που έφεραν το ΔΝΤ στην Ουγγαρία καταποντίστηκαν στις πρόσφατες εκλογές. Οι Φιλελεύθεροι, που βρίσκονται στα αριστερά των Εργατικών, ανέτρεψαν το πολιτικό σκηνικό ογδόντα χρόνων στη Βρετανία. Και πιθανόν το πλησιέστερο προηγούμενο της ελληνικής τραγωδίας δεν είναι το Κραχ της δεκαετίας του 1930, αλλά η καταστροφή του ιταλικού πολιτικού συστήματος τη δεκαετία του 1990.
Η έκρηξη του ηφαιστείου σηματοδότησε την ανάδυση του αναπάντεχου, του απρόβλεπτου και του πιθανού. Μας υπενθύμισε ότι όποιες άμυνες και αν έχουν αναπτύξει οι κυρίαρχες δυνάμεις απέναντι στα κοσμογονικά γεγονότα, το αδύνατο παραμένει πάντοτε δυνατό. Πέρα από τα «φυσικά» αίτια που επικαλούνται οι οικονομολόγοι, πέρα από τη μεταμφιεσμένη πολιτική των νεοφιλελεύθερων, χρειαζόμαστε μια ηθική φωνή που θα μετατρέψει την καταστροφή σε απαρχή ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, που θα έχει στο επίκεντρό του το κοινό καλό και τη δημοκρατία. Αυτή είναι η πρόκληση για την Αριστερά και για όλους τους Έλληνες.
*Ο Κώστας Δουζίνας είναι αντιπρύτανης και διευθυντής του Birkbeck Institute for the Humanities, London University. Τα βιβλία του «Το τέλος των δικαιωμάτων του ανθρώπου» και «Νόμος και αισθητική» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαζήση.
Το άρθρο γράφτηκε στα αγγλικά για την «Αυγή». Η μετάφραση έγινε από την Καίτη Νικολάτου και θεωρήθηκε από τον συγγραφέα. Μια άλλη, συντομότερη εκδοχή δημοσιεύτηκε στην «Guardian», στις 27.4.2010.
Γιώργος Κοντογιώργης, Οικονομικά συστήματα και ελευθερία, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2010. Στο περιοδικό Άρδην, 80/2010, σελ. 77-79.
Το απόσπασμα που ακολουθεί αντιμετωπίζει το ζήτημα της εργασίας του πολίτη στη διαλεκτική της σχέση με την εργασία του οικονομικού μετανάστη.
[..] Η αντίθεση που επισημαίνεται ανάμεσα στην εργασία του πολίτη και στην εργασία του οικονομικού μετανάστη είναι όντως πραγματική, έχει δηλαδή δομικό χαρακτήρα, ή ο ξένος αποτελεί απλώς την εύκολη αιτία, μια νομιζόμενη απειλή εναντίον της εργασίας του πολίτη;
Πρώτα-πρώτα, διαπιστώνεται ότι τόσο η εργασία του πολίτη όσο και η εργασία του οικονομικού μετανάστη έχουν κοινή θεμελίωση. Ανήκουν και οι δύο στην εποχή της μετα-φεουδαλικής ή, αλλιώς, πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης. Συναντώνται δηλαδή –ως μορφές εργασίας– με το οικονομικό σύστημα και τον ιδιοκτήτη του, εξωθεσμικά είτε στον χώρο της παραγωγής (και επομένως με όχημα τη σύμβαση εργασίας) είτε στο πεδίο της κατανάλωσης.
Κατά τούτο, διαφεύγει της προσοχής ότι το σημερινό σύστημα είναι ακριβώς η προέκταση εκείνου της δεσποτείας. Με μια διαφορά. Η ιδιοκτησία επί του συστήματος που απαντάται στη μετα-δεσποτική εποχή δεν εκτείνεται και στους φορείς της εργασίας. Στο μέτρο, όμως, που το σύστημα χρειάζεται την εργασία, ο ιδιοκτήτης συμβάλλεται μαζί της, ουσιαστικά την αγοράζει αντί χρηματικής αμοιβής. Ο φορέας της εργασίας, εισφέροντάς την εθελουσίως –με τον όρο της εξάρτησης–, ουσιαστικά παραιτείται από ένα θεμελιώδες διακύβευμα, την αυτονομία του.
Είναι γεγονός ότι ο πολίτης και ο οικονομικός μετανάστης συνάπτουν ενοχική σύμβαση με τον ιδιοκτήτη του συστήματος, από την οποία δηλαδή μπορούν να αποχωρήσουν οικεία βουλήσει όποτε το θελήσουν1. Όμως, η σύμβαση αυτή, πέραν των επιπτώσεών της στο πεδίο της ελευθερίας, είναι από τη φύση της ετεροβαρής. Είναι ετεροβαρής διότι δεν συνάπτεται μεταξύ ισοτίμων εταίρων. Ο ένας είναι κάτοχος/ιδιοκτήτης του συστήματος και, επομένως, το συγκροτεί, το διοικεί και αποφασίζει για την τύχη του και, στο πλαίσιο αυτό, για την τύχη της εργασίας. Ο άλλος όχι. Με τη σύμβαση ο εργαζόμενος δεν υπεισέρχεται στο σύστημα ως εταίρος/συντελεστής του. Η παροχή εργασίας στο σύστημα δεν τον μεταβάλλει σε μέλος του.
Αυτό σημαίνει ότι, μολονότι οι διαφορές μεταξύ εργασίας και εργοδοσίας έχουν ως πηγή τη συνάντησή τους στο πεδίο της παραγωγής, δηλαδή στο εσωτερικό του συστήματος, η διαπραγμάτευση του εργασιακού καθεστώτος προόρισται τελικά να γίνει έξω από αυτό, στο επίπεδο της πολιτικής. Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφοροποίηση της εργασίας του πολίτη από την εργασία του οικονομικού μετανάστη. Ο πολίτης δύναται να επικαλεσθεί το πολιτικό του όπλο, την ψήφο του (την απεργία ή τη διαδήλωση), να υποστηρίξει πολιτικά την εργασιακή του θέση, έτσι ώστε να την εγγράψει στις θεματικές του δημοσίου χώρου.
Με τη μετάταξη της σχέσης μεταξύ εργασίας και ιδιοκτησίας στη δημόσια σφαίρα, ο εργαζόμενος πολίτης κατόρθωσε να κατοχυρώσει σειρά περιορισμών στην ιδιοκτησία και υποχρεώσεων στο κράτος, να την μεταβάλλει επομένως σε μια κατά το μάλλον ή ήττον προκαθορισμένη κανονιστική πραγματικότητα. Εν προκειμένω, η φύση της σχέσης μεταξύ εργασίας και εργοδοσίας δεν αλλάζει. Όμως η μεταφορά της στη δημόσια σφαίρα επιφέρει αναλόγως περιορισμούς στη δυνατότητα της οικονομικής αγοράς να υπαγορεύει τους όρους της στην εργασία.
Στον αντίποδα, η εργασία του οικονομικού μετανάστη υπόκειται ευθέως στους νόμους της αγοράς, δηλαδή στους συσχετισμούς δύναμης, που υπαγορεύει ουσιαστικά η εργοδοσία. Το άμεσο συγκριτικό γνώρισμα της εργασίας του οικονομικού μετανάστη είναι αυτό. Δεν είναι όμως το μοναδικό και ίσως όχι το κυριότερο.
Αν όντως η φθηνή εργασία ήταν το μοναδικό κίνητρο του κεφαλαίου, θα επέλεγε, χωρίς άλλο, δηλαδή κατά τρόπο μονοσήμαντο, τη μετατόπισή του στις χώρες όπου αυτή προσφέρεται «άνευ όρων». Συνδυάζεται προφανώς και με άλλους παράγοντες, όπως η κανονιστική ασφάλεια των χωρών της πρωτοπορίας, η ποιότητα ζωής για τους διοικητικούς της συντελεστές, οι επικοινωνιακές ευκολίες, η προσβασιμότητα στις αγορές, η πολιτική του υποστήριξη κ.λπ.
Κατά τούτο, πρωταρχικό συγκριτικό πλεονέκτημα της εργασίας της οικονομικής μετανάστευσης στις χώρες της πρωτοπορίας, αποβαίνει η πίεση που αυτή ασκεί στην εργασία του πολίτη, προκειμένου να εξουδετερώσει τη δυνατότητά του να υποστηρίζει πολιτικά τα κεκτημένα που συνδέονται με αυτήν. Η εργοδοσία ευελπιστεί έτσι να επαναφέρει την εργασία του πολίτη από την πολιτική αγορά (τη δημόσια σφαίρα) στην οικονομική αγορά. Να την υποτάξει δηλαδή στους κανόνες της και να τη μεταβάλει σε εμπόρευμα. Να την εξομοιώσει με εκείνη του οικονομικού μετανάστη, σε ό,τι αφορά στους όρους παροχής της, αλλά και για την αμοιβή της και, φυσικά, για τα συνοδευτικά με την εργασία δικαιώματα (πρόνοια κ.λπ).
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην ανταγωνιστική παρουσία της εργασίας-εμπορεύματος που εισφέρει η οικονομική μετανάστευση στην εσωτερική αγορά εργασίας των χωρών της πρωτοπορίας. Εξού και πολλοί διατείνονται ότι εάν αυτή ενσωματωθεί, δηλαδή εξομοιωθεί με την εργασία του πολίτη, θα εκλείψει το πρόβλημα.
Αναγνώρισα ήδη τη βαρύτητα του ζητήματος αυτού. Όμως, δεν αποτελεί την πρωτογενή αιτία. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι απλώς εσφαλμένη στη φιλοσοφική της σύλληψη, αφού συνδυάζεται με το δόγμα ότι αιτία της εκμετάλλευσης είναι το κεφάλαιο (ο καπιταλισμός). Είναι και λογικά αντιφατική, διότι η ενσωμάτωση αυτή καθεαυτή της «ώνιας εργασίας» (της εργασίας εμπορεύματος), αφενός θα πολλαπλασιάσει τον αριθμό των πολιτών που θα προσφέρουν ισότιμη οικονομική εργασία και, αφετέρου, θα αυξήσει τη ζήτηση νέων οικονομικών μεταναστών για να καλύψουν το κενό της «ώνιας εργασίας». Συγχρόνως, η επιλογή αυτή δεν θα σταθεί ικανή να αποτρέψει τη μετακόμιση του κεφαλαίου στις χώρες της περιφέρειας, εφόσον ορθωθούν ανυπέρβλητα αναχώματα στην εισαγωγή «ώνιας εργασίας».
5. Πού βρίσκεται λοιπόν η λύση; Όσο και αν φανεί παράξενο, το πρόβλημα είναι πρωταρχικά γνωσιολογικό. Η αντίληψη που κυριαρχεί σήμερα στην οικονομική θεωρία είναι ότι το οικονομικό σύστημα της εποχής μας, όπως εξάλλου και το σύγχρονο πολιτικό σύστημα, είναι η απόληξη μιας ασύγκριτης ανωτερότητας και σε κάθε περίπτωση τελειωτικό. Δηλαδή μη επιδεκτικό περαιτέρω εξέλιξης υπό το πρίσμα μιας τυπολογικά και όχι απλώς μορφολογικά μετάλλαξής του, με γνώμονα την πρόοδο της ανθρώπινης κατάστασης. Όμως δεν είναι έτσι.
Επισήμανα ήδη ότι το παρόν (οικονομικο-κοινωνικό και πολιτικό) σύστημα προσήκει εξελικτικά στην πρώιμη φάση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και συγκεκριμένα στο στάδιο της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, είναι αν επιβεβαιώνεται ως εφικτή η περαιτέρω εξέλιξη του συστήματος αυτού στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα και προς ποια κατεύθυνση.
Η εποχή μας δεν προσφέρει παρά μόνον ορισμένες ενδείξεις για την κατεύθυνση της εξέλιξης, οι οποίες για να αποτιμηθούν ορθά πρέπει να ενταχθούν σε ένα ορισμένο, σφαιρικό γνωσιολογικό πλαίσιο, το οποίο όμως δεν υπάρχει. Η γνωσιολογία της νεοτερικότητας είναι καταγραφική του παρόντος και, μάλιστα, κατά τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια υποβολής του σε κριτική δοκιμασία.
Όπως ήδη διαπιστώσαμε, η μεταβολή της σχέσης μεταξύ εργασίας και ιδιοκτησίας (εργοδοσίας) σε υπόθεση δημοσίου συμφέροντος επήλθε λόγω της πολιτικής βαρύτητας που απέκτησαν οι μάζες με την είσοδό τους στην πολιτική (η καθολική ψήφος ή η πολιτειότητα). Με άλλα λόγια, η οικονομική μετανάστευση επέσπευσε τις εξελίξεις, δεν αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της αδυναμίας εφεξής των δυνάμεων της εργασίας να υποστηρίξουν πολιτικά την υπόθεσή τους. Η γενεσιουργός αιτία εστιάζεται στον συνδυασμό του τέλους της φάσης που έκανε εφικτή την εξωθεσμική συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική, στο πολιτειακό περιβάλλον όπου το πολιτικό σύστημα το ενσαρκώνει το κράτος, με την αυτονόμηση των θεμελιωδών παραμέτρων του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος (ιδίως της οικονομίας και της επικοινωνίας). Όντως, πριν από τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση», συνέτρεχε, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, μια σχετική συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική, η οποία διερχόταν από την ιδεολογική διασταύρωση των πολιτικών δυνάμεων με τα ομόλογα κοινωνικά στρώματα (βασικά οι ιδεολογίες του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού).
Σήμερα, όχι μόνο δεν συντρέχει αυτό, αλλά και η δυναμική ισορροπία που είχε εγκαθιδρυθεί στη σχέση μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς έχει πλήρως διαρραγεί2. Η τελευταία έχει αποβεί εξολοκλήρου κυρίαρχη στο πεδίο της οικονομίας και της ιδεολογίας και έχει επιβάλει πλήρως τους νόμους της στην πολιτική. Η κοινωνία των πολιτών βρίσκεται, επομένως, αντιμέτωπη με την ιδιώτευση και την αποξένωση από την πολιτική και σε δεινή θέση σε ό,τι αφορά στην κοινωνικο-οικονομική της κατάσταση. Αν αποκωδικοποιήσουμε το περιεχόμενο της ανησυχίας των ιθυνόντων κατά την πρόσφατη κρίση, θα διαπιστώσουμε με έκπληξη ότι σκοπός της πολιτικής δεν είναι το συμφέρον της κοινωνίας. Το ενδιαφέρον τους εστιάζεται στη διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας έτσι ώστε να μη διαταραχθεί η κοινωνική ειρήνη και συνοχή, δηλαδή το κεκτημένο της αγοράς.
Σε κάθε περίπτωση, στις προτεραιότητες της πολιτικής δεν εμπεριέχεται η αποτροπή της μετατροπής της εργασίας του πολίτη σε εργασία-εμπόρευμα, ούτε πολλώ μάλλον ο συνδυασμός της προστασίας αυτής με μια αντίστοιχη κανονιστική εξοικονόμηση της εργασίας της οικονομικής μετανάστευσης. Έχει μάλιστα ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι οι δυνάμεις της «εκσυγχρονιστικής» Αριστεράς και οι δυνάμεις του φιλελευθερισμού συγκλίνουν ως προς το σημείο της συνάντησής τους, δηλαδή στην πολιτική κυριαρχία του πνεύματος της αγοράς και, από μια άλλη άποψη, στην απέχθειά τους προς την κοινωνία των πολιτών.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο πυρήνας του πολιτικού προβλήματος: η ιδιοκτησιακή θεμελίωση του πολιτικού συστήματος, που οδηγεί στην ενσάρκωσή του, με όρους ταυτολογίας, από το κράτος. Το αδιέξοδο, στο πλαίσιο αυτό, έγκειται στο ότι, ενώ η συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική δεν είναι πια εφικτή στο εξωθεσμικό πεδίο της ιδεολογίας ή της ταξικής αναφοράς, η νεοτερική θεωρία επιμένει να αποκλείει κάθε ιδέα ανασύνδεσης της κοινωνίας με το οικονομικό και το πολιτικό σύστημα σε νέες βάσεις.
Όντως, οι συγκρούσεις που ταλάνισαν τον κόσμο, ιδίως τον περασμένο αιώνα, είχαν ως πρόσημο τον έλεγχο της ιδιοκτησίας/συστήματος, το διακύβευμα εάν αυτή θα περιερχόταν στη δημόσια ή στην ιδιωτική σφαίρα. Σε καμιά περίπτωση, όμως, η κοινωνία δεν περιελήφθη ως συντελεστής στο διακύβευμα αυτό. Και τούτο διότι ζητούμενο γι’αυτήν ήταν η μετάβαση από τη δουλοπαροικία στην ατομική ελευθερία, η οποία διερχόταν υποχρεωτικά από την κατοχύρωση της αυτονομίας του ιδιωτικού χώρου και όχι από την ιδιοκτησία του (οικονομικού και/ή πολιτικού) συστήματος.
Σήμερα, το δίλημμα αυτό εξέλιπε και, ελλείψει άλλου, που θα προσέδιδε στο πρόταγμα των δυνάμεων της Αριστεράς προοδευτικό πρόσημο, το διακύβευμα εστιάζεται μονοσήμαντα στο αίτημα της ενσωμάτωσης της οικονομικής μετανάστευσης. Το αίτημα αυτό, όπως τίθεται, εισάγει στην πραγματικότητα την οικονομική μετανάστευση ως εναλλακτικό συντελεστή της πολιτικής ζωής, στη θέση της κοινωνίας των πολιτών. Στην πραγματικότητα εντούτοις βοηθάει τις κρατούσες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, που διακονούν τις ιδεολογίες του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού, να διέρχονται εν σιωπή το κεντρικό πρόβλημα: που είναι ο αποκλεισμός της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική και, μάλιστα, από το πολιτικό σύστημα, η οποία συνεπάγεται εντέλει τη διάρρηξη της ισορροπίας μεταξύ κράτους, κοινωνίας και αγοράς. Διάρρηξη η οποία, εάν συνεχισθεί, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη σταδιακή μετατροπή της εργασίας του πολίτη από σχέση δημοσίου δικαίου σε υπόθεση της αγοράς και, περαιτέρω, σε εμπόρευμα υποκείμενο στους νόμους της ή, αναλόγως, στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης.
Το αδιέξοδο της εποχής μας έγκειται ακριβώς στο ότι ο μεν φιλελευθερισμός διδάσκει πως η (οικονομική) αγορά (επομένως η παραγωγικότητα κ.λπ.) και όχι η κοινωνία (των πολιτών) οφείλει να αποτελεί τον σκοπό της πολιτικής και, υπό μια άλλη έννοια, τον λόγο ύπαρξης των πολιτειακών μορφωμάτων (των κρατικών κοινωνιών). Ο δε σοσιαλισμός νομίζει ότι για την εκμετάλλευση ευθύνεται το κεφάλαιο και όχι η κληρονομημένη δεσποτική αντίληψη ότι ιδιοκτησία του κεφαλαίου και ιδιοκτησία του συστήματος ταυτίζονται εκ φύσεως. Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνική ελευθερία δεν αποτελεί διακύβευμα ούτε του ενός ούτε του άλλου προτάγματος.
Ώστε, με γνώμονα τις προσεγγίσεις αυτές και με δεδομένες τις εξελίξεις στο πεδίο του συνόλου ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, είναι προφανές ότι η εργασία θα υποκύπτει ολοένα και περισσότερο στους νόμους της αγοράς και θα αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα. Για να επανέλθει η ισορροπία στα πράγματα καλούμαστε να υπερβούμε τις εμμονές της (πρωτο-ανθρωποκεντρικής) νεοτερικότητας και να εναρμονισθούμε με τα μελλούμενα: ο χρόνος που αρκούσε η ατομική ελευθερία, δηλαδή το σύστημα που την ικανοποιεί, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Με άλλα λόγια, η ανασύνταξη του οικονομικού και, πριν από αυτό, του πολιτικού συστήματος, που απαιτείται για την επιστροφή της κοινωνίας στα πράγματα, προϋποθέτει τη διεύρυνση της ελευθερίας στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο. Διότι η ελευθερία συνεπάγεται ακριβώς τη μετατόπιση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος από την ιδιοκτησία (του ιδιώτη ή του κράτους) στην κοινωνία, άρα τη θεσμική υποστασιοποίηση της κοινωνίας εντός του συστήματος και όχι στο έδαφος της ιδιωτείας.
Όλα δείχνουν ότι η κατεύθυνση της εξέλιξης του νεότερου ανθρωποκεντρικού κόσμου οδεύει προς τα εκεί. Η οικονομική μετανάστευση θα ογκούται ολοένα και περισσότερο συντωχρόνω με την ενσωμάτωση της πλανητικής περιφέρειας στον ανθρωποκεντρισμό και την εμβάθυνση της βίας που παράγει η κρατοκεντρική συνάρθρωση του κοσμοσυστήματος. Με αποτέλεσμα, την προϊούσα επιβάρυνση της εργασίας των πολιτών ή, ακόμη, και την απόρριψή της3.
1. Εν αντιθέσει προς τον φορέα της εργασίας εμπορεύματος στην πόλη-κράτος, ο οποίος, προερχόμενος από τη δεσποτική περιφέρεια, συνήπτε εμπράγματη «σύμβαση», δηλαδή σχέση που προσιδίαζε στο καθεστώς της καταγωγής του και όχι σ’εκείνο του πολίτη της πόλης. Περισσότερα, ανωτέρω στο κεφάλαιο «Τα οικονομικά συστήματα υπό το πρίσμα της ελευθερίας», και στο έργο μου, Πολίτης και πόλις. Έννοια και τυπολογία της πολιτειότητας, όπ.παρ.
2. Περισσότερα στο έργο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, όπ.παρ.
3. Απόρριψη η οποία συνδυάζεται επίσης με την υπεισέλευση της τεχνοδικτυακής παραμέτρου στην οικονομική διαδικασία. Βλέπε σχετικά στα έργα μου, «Η δημοκρατία στην τεχνολογική κοινωνία», Το Βήμα των κοινωνικών επιστημών, 18/1996, σελ. 5-26. και Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, σελ. 763 επ. ___________________________________________________________________
Ο νέος οικονομικός δεσποτισμός στον οποίο κινούμαστε εδώ και καιρό διαθέτει μια γλώσσα που δεν πρωτοτυπεί. Επενδύει πολλά στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Εφόσον «έχουμε πόλεμο» και με άλλα λόγια ζούμε μια κατάσταση εξαίρεσης, κρίνεται αυτονόητο ότι δεν επιτρέπονται αποστασίες, αποστάσεις, διαχωρισμοί από την κοινή προσπάθεια. Όλα πρέπει να λησμονηθούν ή να περάσουν σε δεύτερο πλάνο μέχρι την αποκατάσταση της τάξης. Πάει να πει ότι η πραγματικότητα επιβάλλει μία και μοναδική ερμηνεία, μία και μόνη ορθή περιγραφή του κινδύνου και της σωτηρίας. Το αν αυτή η πραγματικότητα είναι κοινωνικό διαμόρφωμα και όχι φυσικό φαινόμενο σαν την τέφρα των ισλανδικών ηφαιστείων πάλι δεν ενδιαφέρει.
Για άλλη μια φορά άλλωστε επιβεβαιώνεται το παράδοξο που βεβαίως δεν είναι καθόλου παράξενο: οι κατά σύστημα διαφημιστές της ανοιχτής, φιλελεύθερης, ανεκτικής κοινωνίας προτείνουν στην ουσία σιωπητήριο. Φυσικά και το σιωπητήριο μπορεί να είναι θορυβώδες, φλύαρο, αρκούντως παραστατικό. Έτσι και η συγκεκριμένη έκτακτη ανάγκη αφήνει και ορισμένα παράθυρα θεμιτών αποδράσεων και συναισθηματικής διαφυγής για τους πολλούς: ο τηλεοπτικός καρνάβαλος, τα πορνό βίντεο, το σασπένς του αστυνομικού δελτίου, τα παθήματα και οι περιπέτειες των κοσμικών, όλα αυτά καλούνται να απαλύνουν τις αγωνίες και να φαιδρύνουν την καθημερινότητα. Η δημόσια σκηνή της μεγάλης κρίσης καταλαμβάνεται εν τέλει από τους γενικούς διασκεδαστές των μαζών και τους ειδικούς στη νέα εθνική παιδαγωγική. Οι πρώτοι αναλαμβάνουν να εκφράσουν την καμπύλη των συναισθημάτων ενώ οι δεύτεροι να διδάξουν στο κοινό τα ιερογλυφικά των αγορών. Οι πρώτοι συνεχίζουν να παίζουν το έργο της άνοστης νεοελληνικής ελαφρότητας ενώ οι δεύτεροι επιδεικνύουν το συλλογικό μέλλον ως μια, δημοκρατική βεβαίως, αποικία σωφρονισμένων.
Σε αυτές τις συνθήκες το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι η κριτική σκέψη καταβαραθρώνεται. Και το θύμα είναι η ίδια η πολιτική. Τούτη η τελευταία συνθλίβεται ανάμεσα στους κομφορμισμούς της μοιραίας προσαρμογής και στον μελοδραματισμό των παραπόνων. Δεν πρόκειται μόνο για υποχώρηση του πεδίου των πολιτικών αποφάσεων στους αυτοματισμούς των αγορών. Αυτό που συμβαίνει είναι κάτι πιο βαρύ: η εμφάνιση της ελάχιστης δυνατής πολιτικής, μιας πολιτικής η οποία ομολογεί σε όλους τους τόνους και απερίφραστα την καθυπόταξή της στο καθημερινό δημοψήφισμα των κερδοσκοπικών μηχανισμών. Η ανταλλαγή sms στο υπουργικό συμβούλιο για τις ωριαίες αυξομειώσεις των spreads είναι μια χαρακτηριστική εικόνα αυτού του νέου φαταλισμού.
Τι προοιωνίζεται στα αλήθεια αυτή η καμπή για τις δημόσιες ελευθερίες και το περίφημο δημοκρατικό συμβόλαιο; Η εμπειρία της πολιτικής αδυναμίας και η ρητορική της συμμόρφωσης υποθάλπει είτε την ενδεή παθητικότητα είτε τη βίαιη αποσκίρτηση από κάθε έννοια κοινωνικού συμβολαίου. Η κουρασμένη συγκατάθεση των φοβισμένων και η άνοδος της αγριότητας είναι δυο όψεις της ίδιας κίνησης. Το ότι οι ελίτ προτιμούν την πρώτη επειδή έτσι αγοράζουν χρόνο δεν σημαίνει ότι θα αποφύγουν τη δεύτερη. Η δημοκρατία των παραπόνων, διαχειρίσιμη από τα τηλεοπτικά παράθυρα, είναι μια κάποια λύσις για το σήμερα. Ωστόσο η διαχείριση του συναισθήματος και η συγκράτηση των διάχυτων θυμών έχει όρια. Και η κυρίαρχη παιδαγωγική της κρίσης εθελοτυφλεί αν πιστεύει ότι ο ανακυκλωμένος «αντιλαϊκισμός» μπορεί να είναι η απάντηση στα συναισθήματα των από κάτω.
Ποια είναι η διέξοδος; ρωτούν. Και εγώ ο ίδιος που σας ιστορώ, αναρωτιέμαι. Δεν ξέρω. Δεν μπαίνω στον πειρασμό της πολιτικής οικονομίας που έχει γίνει ελάχιστα πολιτική ή αλλιώς ένας «ορθολογικός» αποκρυφισμός προορισμένος να παραλύει όσο πολιτικό αισθητήριο μας έμεινε. Το μόνο που διαισθάνομαι είναι ότι η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι σύνθετη. Δεν βρίσκεται στην περισπούδαστη σοφία περί συλλογικής ενοχής η οποία θέλει να αποκρύψει τους συσχετισμούς δύναμης σε μια κοινωνία που κάποιοι την παρουσιάζουν σχεδόν αταξική. Δεν βρίσκεται, από την άλλη, και στη συμβατική αντι-ολιγαρχική αφήγηση στην οποία μια συντριπτική πλειονότητα ανυποψίαστων θυμάτων πληρώνει τα σκάνδαλα των λίγων χιλιάδων της παρασιτικής ελίτ. Η αναγκαία και επείγουσα αντίσταση στον νέο οικονομικό δεσποτισμό δεν μπορεί να πείσει αν δεν εγκαταλείψει την αγγελική μεταφυσική του «κοσμάκη» και της αιώνιας προδοσίας του. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο το τέλος μιας ταξικής πολιτικής αλλά και η υπέρβαση των μοντέλων ζωής που έχασαν το μέτρο της αξιοπρέπειας ελέω δανεικής ευημερίας.
Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ