Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κεφάλαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κεφάλαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5/1/14

Θυσιάζουν "καμένα χαρτιά" για να διασωθούν

Θυσιάζουν "καμένα χαρτιά" για να διασωθούν τα λαμόγια… και οι ευαγγελιστές της κάθαρσης! 

 

του Χρήστου Κάτσικα 

 

Πολλές φορές, ιδιαίτερα στα "χρόνια της χολέρας" περίσσεψαν οι διατυπώσεις από τα MME αλλά και από απλούς ανθρώπους που ζητάγανε, «να πληρώσουν οι κλέφτες», «να πάνε φυλακή οι υπεύθυνοι της κρίσης», «να τιμωρηθούν τα λαμόγια που τα φάγανε». 

Σε δημοσκόπηση μάλιστα της AΛKO, το ζητάγανε το 93% των ερωτηθέντων. Την ίδια ώρα η κυβέρνηση ανακοίνωνε σε δόσεις πίνακες φοροφυγάδων, μεγαλογιατρών, μεγαλοδικηγόρων, τραγουδιστών, ηθοποιών, αθλητών και πολιτικών κλπ., που τους είχε εδώ και χρόνια στη διάθεσή της, αλλά τους κρατούσε στα συρτάρια, για να τους βγάλει στη φόρα, όταν τους χρειαστεί. 

Στην ίδια ρότα, το κεντρικό άρθρο του Κυριακάτικου Βήματος (29/12), με τίτλο «Το τέλος της ατιμωρησίας» σημειώνει ότι «πυκνώνουν εσχάτως τα περιστατικά που δείχνουν ότι τα όργανα της πολιτείας, σε όλα τα επίπεδα, επικεντρώνονται – επιτέλους – στο καθήκον τους: τόσο η σύλληψη του Μιχάλη Λιάπη για τις πλαστές πινακίδες όσο και η παγίδευση του Χάρη Τομπούλογλου για τη μίζα των 25.000 ευρώ αποτελούν τρανές αποδείξεις περί αυτού… Η εμπέδωση της νομιμότητας σε όλα τα επίπεδα θα αποβεί λυτρωτική και για το ίδιο το πολιτικό σύστημα, ώστε να ανακτήσει την έξωθεν καλή μαρτυρία».

Η ναυαρχίδα της επικοινωνίας της κυρίαρχης πολιτικής αποκαλύπτει και δίνει παράλληλα γραμμή για την επιχείρηση ανώδυνης εκτόνωσης της οργής και της δυσαρέσκειας των πολιτών.

18/8/13

1 ζωή =1,40 ευρώ, χωρίς εισιτήριο



Soviet shot n.9: 1 ζωή =1,40 ευρώ, χωρίς εισιτήριο

του Ονειρμού

Το παιδί χωρίς εισιτήριο έχασε τη ζωή του για 1,40 ευρώ. Αδιανόητο. Είναι αδύνατη η ισοδυναμία μιας ζωής με 1,40 ευρώ. 

Μολονότι νοητή, αν όχι και ευτελής σε έναν κόσμο που χιλιάδες δολοφονημένοι άμαχοι σε καιρό πολέμου ισοδυναμούν με μερικά βαρέλια πετρέλαιο. Το κοινό των δύο περιπτώσεων είναι η καταστολή, που κρύβεται πίσω από μια τέτοια ισοδυναμία.


Η υπολογισμένη και αποτιμημένη σε χρήμα ισοδυναμία μιας ζωής με ένα ποσοτικό μέγεθος αποκρύπτει την καταστολή, σε κάθε περίπτωση, της εξαναγκασμένης μετατροπής της ζωής σε χρηματική τιμή: πόσο κοστίζει μια ανθρώπινη ζωή όταν δεν είναι άλλο παρά εργασιακή δύναμη, πόσο κοστίζει η παιδική εργασία, ή πόσο κοστίζουν τα παιδιά που πεθαίνουν από ασιτία ή επειδή δεν έχουν νερό, κάθε μερικά δευτερόλεπτα. Το παιδί στο Τρόλεϋ βίωσε την καταστολή από τον ελεγκτή, από την κατάσταση, από τον κοινωνικό κόσμο, έπαιξε κορώνα γράμματα τη ζωή του, σκοτώθηκε, έτσι που τελικά έγινε η ανταλλαγή, ίσχυσε η ισοδυναμία: 1 ζωή=1,40 ευρώ.

Σκέφτεσαι τον Ελεγκτή. Θα μπορούσε να είναι βγαλμένος από κάποιο έργο του Κάφκα.

14/1/13

Κράτος και κεφάλαιο λεηλατούν τη φύση και την κοινωνία

Συγκέντρωση και πορεία αλληλεγγύης στον αγώνα κατά των χρυσωρυχείων

Πορεία αλληλεγγύης

στο πλευρό του ανυποχώρητου αγώνα των κατοίκων της Β.Α. Χαλκιδικής ενάντια στην καταστολή και τα σχέδια του κράτους και της Ελληνικός Χρυσός (θυγατρική της πολυεθνικής Eldorado Gold) για την εγκατάσταση μεταλλείων εξόρυξης χρυσού στα δάση του όρους Κάκκαβος και τον αφανισμό της φύσης και των χωριών της περιοχής, στο βωμό της ανάπτυξης.

Τρίτη 15 Γενάρη 2013 – Συγκέντρωση 5 μ.μ., πλατεία Πανόρμου (σταθμός Μετρό)

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Συντονιστική συνέλευση αλληλεγγύης στον αγώνα των κατοίκων της Β.Α. Χαλκιδικής

ΚΑΛΕΣΜΑ ΣΕ ΔΡΑΣΕΙΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΕΞΟΡΥΞΕΙΣ ΧΡΥΣΟΥ

Στη ΒΑ Χαλκιδική, αλλά και σε άλλες περιοχές της Β. Ελλάδας (Κιλκίς, Ροδόπη, Έβρος), βρίσκεται σε εξέλιξη ένα μεγάλο σχέδιο του ελληνικού κράτους και πολυεθνικών εταιρειών για εκτεταμένες εξορύξεις χρυσού, ορισμένες από αυτές, μάλιστα, με τη μέθοδο του ανοιχτού ορύγματος.

2/8/12

Η μαρξιστική θεωρία για τις οικονομικές κρίσεις

του Γιάννη Τόλιου*

Η νέα διεθνής οικονομική κρίση του καπιταλισμού που τα τελευταία χρόνια πλήττει με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις «περιφερειακές» οικονομίες της ευρωζώνης και την οποία ο ελληνικός λαός βιώνει με τραγικό τρόπο, φέρνει και πάλι στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις αιτίες, τις συνέπειες και πάνω απ' όλα τις πολιτικές εξόδου από την κρίση. Ο Μαρξ ήταν ο πρώτος διανοητής που αναλύοντας σε βάθος τους νόμους κίνησης και τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, προσδιόρισε τις βαθύτερες αιτίες, τις σύνθετες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες και τη δυνατότητα οριστικής υπέρβασης των κρίσεων. Στο βασικό έργο της ζωής του, το Κεφάλαιο, αναλύοντας τους όρους παραγωγής, κυκλοφορίας και αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, έκανε μεταξύ άλλων «ανατομία» των οικονομικών-κυκλικών κρίσεων, καθώς και της ιστορικής τάσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης, προσδιορίζοντας τον «ιστορικά» παροδικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος.

7/4/11

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου

του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν στην Ελλάδα με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που την παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από την διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέση της Γερμανίας εντός της ΕΕ. Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα. Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνή καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω του μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα με όχημα τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα (μείωση αμοιβών, μεγαλύτερη εργασιακή ευελιξία, αύξηση του ορίου απολύσεων, μείωση των συντάξεων). Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στα ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.

Η θεωρία του Πουλαντζά για το κράτος

Του Βασίλη Γρόλλιου, από το "ΠΡΙΝ", 25.3.2011


Ο Πουλαντζάς μπορεί να θεωρηθεί διανοητικό τέκνο του Αλτουσέρ. Και για αυτόν, όπως και για τον Αλτουσέρ, η πραγματικότητα αποτελείται από διάφορα επίπεδα τα οποία είναι «σχετικά αυτόνομα» αναμεταξύ τους. Ο Πουλαντζας πιστεύει ότι στον Μαρξ υπάρχει διαχωρισμός του οικονομικού από το πολιτικό. Το πολιτικό και το ιδεολογικό επίπεδο δεν είναι απλή έκφραση του οικονομικού αλλά κατέχουν μια σχετική αυτονομία με αυτό. Οι σχέσεις παραγωγής γίνονται αντιληπτές ως μια τεχνική διαδικασία και όχι ως παραγωγή και των κοινωνικών σχέσεων ταυτόχρονα. Για την κριτική θεωρία, όμως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο αφού υπάρχει διαμεσολάβηση. Το οικονομικό και το πολιτικό είναι εκφράσεις της ίδιας ουσίας, του τρόπου ικανοποίησης των αναγκών. Η έννοια της ουσίας όμως απορρίπτεται από τον Πουλαντζά.

17/2/11

Έξοδος απο ΕΕ: η μόνη λύση στο αδιέξοδο

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα

Οι πρόσφατες αντιπαραθέσεις σχετικά με τις διά στόματος τρόικας εξαγγελίες για ένα κολοσσιαίο πακέτο εκποίησης δημόσιας περιουσίας είναι μία ακόμη ένδειξη του αδιεξόδου της στρατηγικής με την οποία η σημερινή κυβέρνηση αλλά και οι ιθύνοντες κύκλοι του συστήματος δοκιμάζουν να αντιμετωπίσουν την κρίση στη χώρα μας.

Η στρατηγική αυτή απορρέει από την προσπάθεια να παραμείνει η Ελλάδα πάση θυσία μέσα στην Ε.Ε. ακόμη και ως ένα απλό προτεκτοράτο. Έτσι, όταν η Ουγγαρία έχει κάνει ήδη την «εξέγερσή» της, η Ιρλανδία ετοιμάζεται να απαιτήσει τουλάχιστον την ευνοϊκότερη επαναδιαπραγμάτευση του δικού της προγράμματος «σωτηρίας» και η Πορτογαλία ανθίσταται στις πιέσεις να μπει οικειοθελώς στον Γολγοθά ενός δικού της μνημονίου, η ελληνική κυβέρνηση υπερθεματίζει -παρ' όλες τις επικοινωνιακές υποκρισίες και τα κροκοδείλια δάκρυα- στις επιταγές των Ε.Ε. - ΔΝΤ.

Φυσικά, με τον τρόπο αυτόν εξωθεί στα όριά τους τις αντοχές της μεγάλης πλειονότητας των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων αλλά ακόμη και τμημάτων του κεφαλαίου.

5/8/10

Υπάρχει ζωή μετά τον ευρωπαϊσμό;

του Στάθη Κουβελάκη*

ΑΥΓΗ 01/08/2010

Είναι γνωστή η ρήση του Αμερικάνου μαρξιστή Φρέντρικ Τζέημσον, σύμφωνα με την οποία, στις μέρες μας, είναι πιο εύκολο να φανταστούμε τη συντέλεια του κόσμου παρά κάτι κατ’ αρχήν πολύ λιγότερο δραματικό όπως το τέλος του καπιταλισμού. Η εγχώρια εκδοχή αυτού του ρητού θα μπορούσε να είναι ότι, στην Ελλάδα, για ένα μεγάλο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η συντέλεια της χώρας μοιάζει ένα ενδεχόμενο πιο ρεαλιστικό από κάτι κατ’ αρχήν πολύ λιγότερο δραματικό όπως το τέλος της ένταξής της σε οργανισμούς σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε σκέλη τους όπως η ΟΝΕ.

Για να το πούμε διαφορετικά, αυτό που βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία είναι το τέλος ενός μεγάλου μύθου, ίσως του μόνου (αλλά θεμελιακού), στον οποίο κοινωνούσαν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του λαϊκού κορμού και οι διάφορες ελίτ, ανάμεσα σ’ αυτές και το σύνολο σχεδόν της εκτός ΚΚΕ Αριστεράς, τον μύθο του ευρωπαϊσμού. Η πεποίθηση δηλαδή ότι, παρά τις όποιες επιφυλάξεις (ή και ανοιχτές διαφωνίες) για πολιτικές και θεσμικές πλευρές της Ε.Ε., η ένταξη της Ελλάδας στη λέσχη των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών αποτελεί αναγκαία συνθήκη της όποιας εκδοχής κοινωνικού συμβολαίου, και μάλλον την πιο λογική και ασφαλή οχύρωση του πολιτικοκοινωνικού συμβιβασμού της μεταπολίτευσης.

Η νεοφιλελεύθερη θεραπεία-σοκ του διαβόητου πλέον Μνημονίου σηματοδοτεί την κατάρρευση αυτής της ιδέας, κάτι που, ανάμεσα στα άλλα, ανοίγει το δρόμο σε πρωτόγνωρες ιδεολογικές ανακατατάξεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και τους καινούργιους όρους της συζήτησης που διαμορφώνονται στην Αριστερά. Οι βασικές τάσεις που αναδεικνύει η καινούργια συγκυρία φαίνεται, ως τώρα, να είναι οι εξής: κρίση των ευρωπαϊστικών επιλογών, σε όλους τις εκδοχές τους, και ειδικότερα στις μεταρρυθμιστικές. Εμφάνιση λογικών ρήξης με βασικούς πυλώνες της υπαρκτής Ε.Ε. (πιο συγκεκριμένα με την ΟΝΕ), με όρους ωστόσο διαφορετικούς από τον αριστερό αντιευρωπαϊσμό της δεκαετίας του 1980 (ή σήμερα του ΚΚΕ).

Στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος, θα περιοριστούμε σε μερικές παρατηρήσεις που αφορούν την πρώτη κατηγορία, αρχίζοντας από τις πιο ακραίες εκδοχές της. Το κείμενο Β. Πεσμαζόγλου («Ενθέματα», Αυγή της Κυριακής, 25.7.2010), αλλά και συναφείς τοποθετήσεις από την πλευρά της Δημοκρατικής Αριστεράς, δείχνουν ανάγλυφα ότι όσοι επιμένουν στον αμιγή ευρωπαϊσμό του παρελθόντος (που οδήγησε π.χ. σε υπερψήφιση της συνθήκης του Μάαστριχτ από τον τότε Συνασπισμό), αναγκάζονται τώρα να το κάνουν από θέσεις συμπόρευσης με την κυβερνητική πολιτική και τις προσταγές του Μνημονίου. Η δεδομένη κατεδάφιση των εναπομεινασών κοινωνικών κατακτήσεων παρουσιάζεται ως επώδυνη μεν, αναγκαία δε στενωπό που οδηγεί στην «εξυγίανση» της οικονομίας, στην πάταξη του «κρατισμού» και των «πελατειακών σχέσεων», και σε μια (υποθετική) μελλοντική ανάκαμψη και ρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πόσο μακρινή αλήθεια φαντάζει η εποχή που ένας Λεωνίδας Κύρκος μπορούσε με αυτοπεποίθηση να επιχειρηματολογεί υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ ισχυριζόμενος ότι «αν ερευνηθεί η δυναμική της πορείας της Κοινότητας από την ίδρυσή της ως σήμερα , θα φανεί η βαθμιαία μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων, η βαθμιαία κατάκτηση θέσεων στην κατεύθυνση της δημοκρατικής μεταλλαγής [...]. Η ιδεολογία αυτής της [εργατικής και λαϊκής] ολοκλήρωσης μπορεί να κυριαρχήσει στο χώρο της κοινοτικής Ευρώπης, και να εμπνεύσει τους λαούς της στο όραμα της ενιαίας, φιλειρηνικής, δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ευρώπης των εργαζομένων».1

Η αναξιοπιστία μιας παρόμοιας προοπτικής συμπαρασύρει και τις προτάσεις που στοχεύουν γενικότερα στη μεταρρύθμιση της Ε.Ε. και κυριαρχούν σήμερα εντός της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Κάτι που βαραίνει κρίσιμα και στη γενικότερη στρατηγική της αμηχανία. Αυτή η διαδικασία έχει βέβαια δρομολογηθεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο εδώ και καιρό, καθώς απορρέει από την εμπειρία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόζει η «υπαρκτή Ε.Ε.» από τη δεκαετία του 1980, προσφέροντάς τους αναντικατάστατη θεσμική κατοχύρωση και νομιμοποίηση. Ακόμη και οι περιορισμένες μορφές δημοκρατικού και λαϊκού ελέγχου που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αστικών αντιπροσωπευτικών κοινοβουλευτικών θεσμών και του εθνικού κράτους έχουν δραματικά συρρικνωθεί. Στην Ελλάδα όμως, όπως και στις υπόλοιπες λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε., η συνειδητοποίηση αυτής της διαδικασίας είχε καθυστερήσει. Και από αυτή την άποψη λοιπόν το Μνημόνιο, με την επιβαλλόμενη παράκαμψη της Βουλής και το ασφυκτικό καθεστώς επιτήρησης της εκτελεστικής εξουσίας, σηματοδοτεί μια τομή, όχι βέβαια με την έννοια της έλευσης «ξένης κατοχής», αλλά της κατανόησης του καθοριστικού ρόλου της Ε.Ε. στην προώθηση του κρατικού αυταρχισμού που είναι σύμφυτος με τη συντελούμενη κοινωνική αντεπανάσταση.

Υπάρχει όμως και μια επιπλέον εκδοχή ευρωπαϊσμού, πιο παράδοξη από τις προηγούμενες, που εκφράζεται κυρίως στις τοποθετήσεις των Γ. Μηλιού και Σπ. Λαπατσιώρα. Είναι παράδοξη γιατί χωρίς να επικαλείται την δυνατότητα αριστερής μεταρρύθμισης της Ε.Ε. ή έστω της ΟΝΕ (και έχοντας στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν επιχειρηματολογήσει εκτενώς εναντίον τέτοιων απόψεων), καταλήγει στην κατηγορηματική απόρριψη της όποιας πρότασης ρήξης με την Ε.Ε. ή με πυλώνες της όπως η Ευρωζώνη ή ο μηχανισμός αποπληρωμής του χρέους που αποτελεί τον βασικό μοχλό του Μνημονίου. Κάθε τέτοια σκέψη θεωρείται εκ προοιμίου εθνοκεντρική, ίσως και «εθνικιστική», ενώ αντίθετα προτάσσονται «αμιγείς» ταξικές λύσεις, όπως η αναδιανομή και η φορολογική μεταρρύθμιση. Σ’ αυτό το σημείο, θα ήθελα να προσθέσω σε όσα γράφει ο Κ. Λαπαβίτσας δύο παρατηρήσεις.

Η πρώτη είναι ότι αν και ο ταξικός συσχετισμός ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο κρίνεται, πρώτ’ απ’ όλα, σε εθνικό επίπεδο, που παραμένει ως εκ τούτου κεντρικό πεδίο διεκδίκησης και συγκρότησης των κοινωνικοπολιτικών υποκειμένων, δεν παύει ταυτόχρονα να επικαθορίζεται από τη σχέση του εθνικού σχηματισμού με τους υπόλοιπους, δηλαδή από τους όρους του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών καπιταλισμών, τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, και την ενδεχόμενη ρύθμιση αυτών των τάσεων από υπερεθνικά μορφώματα όπως η Ε.Ε. Αυτό σημαίνει, πιο συγκεκριμένα, ότι οι πολιτικές της Ε.Ε. δεν εκφράζουν μόνο τις επιλογές που ενοποιούν τα ταξικά συμφέροντα των εθνικών αστικών τάξεων αλλά και συγκεκριμένους συσχετισμούς δύναμης και σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ κρατών (ή μπλοκ κρατών) και εθνικών καπιταλισμών.

Ειδικότερα, η ΟΝΕ «κλειδώνει» τόσο τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές όσο και την προνομιακή εξαγωγική θέση του γερμανικού κεφαλαίου, στο οποίο εξασφαλίζει μισθολογική και δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά και όρους ανταγωνιστικότητας, δηλαδή βελτίωση της διεθνούς του θέσης μέσω εμπορικών πλεονασμάτων που μετατρέπονται με τη σειρά τους σε δανεισμό προς τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Όσο για το Μνημόνιο, είναι προφανές ότι επιτρέπει μεν στην ελληνική αστική τάξη να διαλύσει κάθε εργατική κατάκτηση, με αντίτιμο όμως μια ύφεση που θα πλήξει καίρια σημαντικές μερίδες της και οδηγεί σε μια πιο μακροπρόθεσμη υποβάθμιση της διεθνούς θέσης του ελληνικού καπιταλισμού, όπως έχει συχνά συμβεί στο παρελθόν με άλλες χώρες, π.χ. στη Λατινική Αμερική.

Ας θυμίσουμε επίσης το αυτονόητο ότι κεντρικός στόχος του Μνημονίου είναι η διασφάλιση μιας γιγαντιαίας και χωρίς ορατό τέρμα μεταφοράς πλούτου από τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους εκτός της χώρας, προς όφελος των τραπεζών, πρώτα και κύρια γαλλογερμανικών, που αποτελούν τους βασικούς δανειστές του ελληνικού δημοσίου. Για όλους αυτούς τους λόγους, όπως διδάσκει και η ιστορική εμπειρία, οποιαδήποτε σοβαρή πρόταση ρήξης με την αστική στρατηγική δεν μπορεί παρά να κινείται και στα δύο αυτά επίπεδα, αμφισβητώντας τόσο τον τρόπο ένταξης του κοινωνικού σχηματισμού στο διεθνές πεδίο όσο και την ταξική κυριαρχία στο εσωτερικό του.

Προκύπτει όμως και ένα άλλο εξίσου σημαντικό πρόβλημα με αυτή την άποψη. Όταν, στο όνομα της υπεράσπισης της εργασίας, απορρίπτει την ιδέα μιας «ολοκληρωμένης πολιτικής πρότασης» και διαχωρίζει κάθετα την «κρίση της εργασίας» από την «κρίση του κεφαλαίου» και του κράτους, αυτό που παραβλέπει είναι ότι ο συνολικός ταξικός συσχετισμός δύναμης δεν κρίνεται σε ένα απλό οικονομικό επίπεδο αλλά στο γενικό πολιτικό, και στην ειδική συμπύκνωση των σχέσεων κυριαρχίας που λέγεται κράτος. Το πολιτικοκοινωνικό υποκείμενο που νομίζει ότι μπορεί να παρακάμψει αυτό το πεδίο μοιραία εγκλωβίζεται σε εκείνο που ο Λένιν και ο Γκράμσι ονόμασαν αντίστοιχα «συνδικαλιστική-οικονομίστικη» και «συντεχνιακή» αντίληψη της πολιτικής, και που παρουσιάζεται τώρα ως «κινηματισμός». Σήμερα ειδικά, αυτή η λογική ισοδυναμεί με υπεκφυγή μπροστά στα επίδικα της συγκυρίας: σε μια στιγμή που το πιο απλό κλαδικό αίτημα συνδέεται άμεσα με το κεντρικό πολιτικό συσχετισμό, που η κοινωνική πλειοψηφία αναζητά επιτακτικά εναλλακτικές λύσεις και την αίσθηση ότι μια άλλη συνολική πορεία είναι δυνατή, η ηγεμονική διάσταση της αριστερής πρότασης δεν είναι πολυτέλεια αλλά ελάχιστος όρος αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας. Το τέλος του ευρωπαϊστικού μύθου υποχρεώνει τη ριζοσπαστική Αριστερά να επιχειρήσει την προγραμματική ανανέωση που θα της επιτρέψει να ξανασυνδεθεί με τη νέα πραγματικότητα και λαϊκή εμπειρία.

*Ο Στάθης Κουβελάκης διδάσκει πολιτική θεωρία και φιλοσοφία στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Πηγή

Η κρίση και ο τρισκατάρατος ελληνικός κρατισμός

του Κώστα Λαπαβίτσα

Φταίει ο κρατισμός για την ελληνική κρίση; Αυτό ουσιαστικά μας λένε το ΔΝΤ, η Ε.Ε. και η κυβέρνηση. Αυτό διατείνονται βαρύγδουποι δημοσιογράφοι στον επίσημο Τύπο, που μας διαβεβαιώνουν μάλιστα ότι ο ελληνικός λαός έχει κατανοήσει το πρόβλημα και γι’ αυτό αδιαφορεί για τις ακραίες προτάσεις της Αριστεράς. Το ίδιο όμως φαίνεται να πρεσβεύει και ένα κομμάτι της Αριστεράς, αν κρίνουμε από τα γραφόμενα του Βασίλη Πεσμαζόγλου («Ενθέματα», Αυγή της Κυριακής, 25.7.2010). Εφόσον φταίει ο κρατισμός, το Μνημόνιο μπορεί να θεωρείται «ευεργετικό». Θα νοικοκυρέψει το δημόσια οικονομικά και θα επιβάλει μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαν γίνει από καιρό. Οι τυχόν άδικες πτυχές του μπορούν να καταπολεμηθούν, αλλά μέσα στο γενικό πλαίσιο της συμφωνίας.

Το ελληνικό κράτος έχει αναμφίβολα τα τρία κακά της μοίρας του. Βαθύτατα ευνοϊκό προς το μεγάλο κεφάλαιο, συστηματικά άδικο στη φορολογία, ανίκανο να παράσχει ουσιαστική καθοδήγηση της ανάπτυξης, με ελάχιστες παροχές πρόνοιας, διεφθαρμένο, αυταρχικό, με υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες — δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοπεί. Δεν είναι όμως αυτά που απασχολούν τους διαπρύσιους επικριτές του. Το πρόβλημα, κατ’ αυτούς, είναι η σπατάλη του κρατισμού που υποτίθεται ότι βούλιαξε την Ελλάδα στα χρέη. Η θέση για παύση πληρωμών και έξοδο από την ΟΝΕ, μας λένε, παραγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα, εκτός του ότι απλοποιεί τα σύνθετα και προτείνει ένα τυχοδιωκτικό άλμα στο κενό.


Είναι όμως έτσι; Φως στη συμβολή του περιώνυμου κρατισμού στο ελληνικό χρέος ρίχνει νέα μελέτη του Research on Money and Finance (RMF), που θα δημοσιοποιηθεί τις επόμενες εβδομάδες. Στον πίνακα φαίνεται η πορεία του συνολικού ελληνικού χρέους, εγχώριου και διεθνούς, 1997-2009. Ο όγκος του εκτοξεύεται για να φτάσει τα 700 δις ευρώ, ή περίπου από 140% σε 400% του ΑΕΠ. Το μεγάλο μέρος της αύξησης προήλθε από τον ιδιωτικό τομέα, κυρίως τις τράπεζες και τα νοικοκυριά. Αυξήθηκε φυσικά και ο δανεισμός του δημοσίου, ιδίως μετά την έλευση της παγκόσμιας κρίσης το 2008. Αλλά το πρόβλημα του δημόσιου δανεισμού είναι λιγότερο το μέγεθος και περισσότερο η σύνθεση. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, το ελληνικό δημόσιο στράφηκε στις διεθνείς αγορές, οι οποίες, εν τη σοφία τους, του δάνεισαν αφειδώς με χαμηλά επιτόκια, σχεδόν ίσα με αυτά της Γερμανίας. Έτσι έφτασε το δημόσιο χρέος να βρίσκεται κατά τα δύο τρίτα στην κατοχή δανειστών του εξωτερικού.

Ο πίνακας δεν δείχνει σπάταλο κρατισμό, αλλά ιστορική αποτυχία του ελληνικού κεφαλαίου να αντιμετωπίσει τις συνθήκες της Ευρωζώνης. Αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τις χώρες του κέντρου, η Ελλάδα συσσώρευσε γιγαντιαίο δανεισμό, ο οποίος στήριξε την εύθραυστη ευημερία της τελευταίας δεκαετίας. Τα νοικοκυριά έγιναν Ηρακλείς του χρέους, διατηρώντας την κατανάλωση στο 70% του ΑΕΠ. Ο κερδισμένος ήταν οι τράπεζες, οι οποίες επίσης διεύρυναν εντυπωσιακά τον δανεισμό τους. Το δε δημόσιο βρήκε την ευκαιρία να δανειστεί «γερμανικά» από το εξωτερικό. Ο δανεισμός, σε συνδυασμό με τη γιγάντωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού το 2009-10.

Από αυτή τη σκοπιά, ο ρόλος του Μνημονίου είναι ξεκάθαρος. Το ελληνικό κεφάλαιο, αντιμέτωπο με την αποτυχία του, υιοθέτησε σκληρή ταξική πολιτική υπό την κηδεμονία του ΔΝΤ, ώστε να μπορέσει να παραμείνει εντός της ΟΝΕ. Το ιδεολόγημα του κρατισμού χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τεράστιες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες. Σε όλους τους τόνους ακούγεται ότι η ανάπτυξη θα έρθει από τη βαθιά μείωση μισθών, τις ιδιωτικοποιήσεις και την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων. Ήδη διάφοροι καλοθελητές λένε ότι η ύφεση θα είναι πιο ρηχή από τις προβλέψεις του ΔΝΤ, ενώ θα ακολουθήσει κάποιο θαύμα. Ο μάντης Κάλχας, φαίνεται, άφησε σπορά στην Ελλάδα…
Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση παίζει με την τύχη του ελληνικού λαού. Ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας τη δεκαετία που πέρασε ήταν σχετικά υψηλός. Στηρίχτηκε κυρίως στην κατανάλωση και πολύ λιγότερο στην επένδυση, αμφότερα τροφοδοτούμενα από το όργιο χρέους που δείχνει ο Πίνακας. Από το 2008 και μετά σημειώθηκε κατάρρευση των επενδύσεων, όπως συνήθως συμβαίνει στις καπιταλιστικές κρίσεις, ενώ η κατανάλωση άρχισε να φυτοζωεί. Το μόνο δυναμικό στοιχείο ζήτησης το 2009 ήταν οι κρατικές δαπάνες, που απέτρεψαν τη γιγάντωση της κρίσης.

Τι κάνει το Μνημόνιο; Επιτίθεται ακριβώς στα στοιχεία της ζήτησης που δεν υποχώρησαν, δηλαδή τις κρατικές δαπάνες και την κατανάλωση, προσβλέπει δε στην αναγέννηση της επένδυσης και την ανάκαμψη των εξαγωγών μετά το 2011. Επειδή όμως το τελευταίο θαύμα έγινε στη λίμνη της Γαλιλαίας, δύσκολα θα υπάρξει ορμητική ανάκαμψη επενδύσεων εν μέσω ανασφάλειας και περιορισμού των τραπεζικών πιστώσεων. Όσο για τις εξαγωγές, το ασφυκτικό πλαίσιο του ευρώ αφήνει λίγα περιθώρια. Το χειρότερο δε όλων είναι ότι η γενίκευση της λιτότητας στην Ευρωζώνη πιέζει και τους γερμανικούς μισθούς προς τα κάτω, άρα διατηρεί το ανταγωνιστικό μειονέκτημα της Ελλάδας εντός της ΟΝΕ. Εν συνόψει, το Μνημόνιο έχει τεράστιο κόστος και βάζει τη χώρα σε στενωπό χωρίς ορατό τέλος. Η εξάρτηση και ο καιροσκοπισμός της ελληνικής αστικής τάξης αναδεικνύονται σε όλο τους το μεγαλείο.

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με σκληρό δίλημμα. Είτε θα παραμείνει εντός της ΟΝΕ, αποδεχόμενη τα τραγικά επακόλουθα του Μνημονίου, είτε θα βγει από την ΟΝΕ, αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες. Η έξοδος θα έχει κόστος, αλλά θα κόψει τον γόρδιο δεσμό της ανισόμετρης σχέσης με τις χώρες του κέντρου. Θα επιτρέψει ουσιαστική παραγραφή του χρέους και θα ευνοήσει την αναδιάρθρωση της οικονομίας προς πιο παραγωγική κατεύθυνση υπέρ της εργασίας. Η Αριστερά έχει υποχρέωση να εξηγήσει τη φύση του διλήμματος στα πλατιά λαϊκά στρώματα, πρέπει όμως πρώτα να την αντιληφθεί η ίδια. Ελάχιστη σημασία έχει σήμερα τι πίστευε ο καθένας για την Ευρώπη στο παρελθόν.

Οι επικριτές της εξόδου προβάλλουν συνήθως δύο επιχειρήματα. Πρώτον, το κόστος αλλαγής νομίσματος και δεύτερον τον κίνδυνο ροπής προς απομονωτισμό. Η αλλαγή νομίσματος δεν είναι τεχνικά δύσκολη, όσο κι αν ξαφνιάζονται αυτοί που παίρνουν την επίσημη οικονομική τρομοκρατία στα σοβαρά. Αλλά βέβαια θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις. Η αναπόφευκτη υποτίμηση θα έχει κόστος για τα λαϊκά στρώματα, που μπορεί να ελαφρυνθεί μέσω αναδιανομής. Η αναταραχή τιμών θα έχει επίσης κόστος, αλλά δεν θα κρατήσει περισσότερο από μερικούς μήνες. Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στον κίνδυνο τραπεζικής κρίσης. Οι τράπεζες θα απειληθούν με κατάρρευση, ιδίως αν υπάρξει και παύση πληρωμών, με αλυσιδωτές επιπτώσεις για τη νομισματική κυκλοφορία και την οικονομική δραστηριότητα. Η λύση είναι δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία που θα εγγυηθεί τη λειτουργία των τραπεζών, και κυρίως τις καταθέσεις. Προβλήματα θα αντιμετωπίσουν και όσοι έχουν να εξυπηρετήσουν χρέος στο εξωτερικό, όπου και πάλι θα χρειαστεί δημόσια παρέμβαση. Έξοδος από το ευρώ, τέλος, δε σημαίνει απομονωτισμό. Η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει ανοιχτή στις διεθνείς ροές εμπορίου, τεχνολογίας και ανθρώπινου δυναμικού. Οι συμμαχίες της χώρας θα μπουν σε άλλη τροχιά, αλλά θα υπάρξει η δυνατότητα για δημιουργία διεθνών σχέσεων ισότητας και αμοιβαίου σεβασμού.

Το κόστος της εξόδου μπορεί να ανοίξει το δρόμο για ουσιαστική πρόοδο, αρκεί η έξοδος να γίνει με λαϊκή πρωτοβουλία που θα επιφέρει κοινωνική αλλαγή υπέρ της εργασίας. Διότι υπάρχει και η περίπτωση της συντηρητικής εξόδου, καθοδηγούμενης από την αστική τάξη εν μέσω χαοτικών συνθηκών. Τα αποτελέσματα θα ήταν αρνητικά για την εργασία και τη χώρα ολόκληρη. Εδώ ακριβώς έγκειται ο βαθύτερος κίνδυνος του Μνημονίου. Επισείει μεν το φόβητρο της Αργεντινής η κυβέρνηση Παπανδρέου, αλλά στην πράξη βάζει η ίδια τη χώρα σε τροχιά Αργεντινής. Όσο επιμένει στη λιτότητα εντός της ΟΝΕ, τόσο πιο πιθανά γίνονται τα φαινόμενα οικονομικής και κοινωνικής αποσάθρωσης. Δε μπορεί πλέον να αγνοείται το φάσμα αναγκαστικής αποχώρησης, υπό συνθήκες εσωτερικού χάους και με τις πολιτικές δυνάμεις σε σύγχυση. Τότε όντως θα υπάρξει κίνδυνος εθνικιστικής και συντηρητικής στροφής.

Εν κατακλείδι, το ελληνικό κράτος, παρά τα μύρια όσα μπορεί να του προσάψει κανείς, έχει μικρό μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κρίση. Ευθύνεται κυρίως το ελληνικό κεφάλαιο, μεγάλο και μικρό. Το ζητούμενο συνεπώς είναι η ριζοσπαστική κοινωνική τομή υπέρ της εργασίας και ο δρόμος μπορεί να ανοίξει μέσω παύσης πληρωμών και εξόδου από την ΟΝΕ. Το άγνωστο είναι μέχρι πού φτάνουν οι δυνάμεις της κοινωνίας.

Ο Κώστας Λαπαβίτσας διδάσκει οικονομικά Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Πηγή: http://enthemata.wordpress.com/2010/08/01/lapavitsas/

24/5/10

Οικονομικά συστήματα και ελευθερία

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ


«Οικονομικά συστήματα και ελευθερία»


«Οικονομικά συστήματα και ελευθερία» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Σιδέρη».

Θέματα όπως το «Τι παράγει την εκμετάλλευση;» απασχολούν τον συγγραφέα: «Η ιδιοκτησία επί του κεφαλαίου ή επί του συστήματος της οικονομίας;».

Ποια η διάκριση μεταξύ «εργασίας εμπορεύματος» και «εργασίας κεφαλαίου»; Γιατί κατέρρευσαν οι υπαρκτοί φιλελευθερισμοί και σοσιαλισμοί; Γιατί οι σοσιαλιστές διαγκωνίζονται με τους νεοφιλελεύθερους για τον επιχειρησιακό έλεγχο του συστήματος της «αγοράς»; Γιατί το κοινωνικό πρόβλημα επιδιώκεται να επιλυθεί διά «μεταφοράς» και όχι, όπως στο παρελθόν, στον τόπο της παραγωγής του; Τι οδήγησε στην παρούσα κρίση και ποια είναι η σημειολογία της; Πού πηγαίνει εντέλει ο κόσμος της εργασίας, τα οικονομικά συστήματα και, σε τελική ανάλυση, η σχέση μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής «αγοράς»;

Αυτά είναι ορισμένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα στα οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να απαντήσει με την πρόταξη μιας τυπολογίας των οικονομικών συστημάτων που διακρίνει στην εξέλιξη είτε την αποδέσμευση του ατόμου από το σύστημα είτε την απόδοση του συστήματος στους κοινωνικούς του συντελεστές.

Στη συνέχεια δημοσιεύουμε από το βιβλίο του κ. Κοντογιώργη:


«Η νεοτερική οικονομική επιστήμη ταξινόμησε εξαρχής τα οικονομικά συστήματα βασικά σε τρεις κατηγορίες, με τελευταία εκείνη της "αγοράς", η οποία αναλαμβάνει έναν κεντρικό οργανωτικό και ρυθμιστικό ρόλο.

Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ένα πολυσήμαντο γνωσιολογικό έλλειμμα, το οποίο επιπλέον συναρτάται με την απόφαση της νεοτερικότητας να αναδείξει την "αγορά" σε διακρίνουσα του συστήματος και, μάλιστα, σε μέτρο της οικονομικής τυπολογίας της ιστορίας. Οντως, η νεότερη οικονομική επιστήμη εδράζεται στην αξιωματική αρχή ότι το σύστημα ανήκει στην ιδιοκτησία. Ως προς αυτό, διαπιστώνουμε ότι συγχέει προφανώς την ιδιοκτησία ως γεγονός που αφορά τα μέσα της παραγωγής (λ.χ. επί του κεφαλαίου), με την ιδιοκτησία επί του συστήματος της παραγωγής, για παράδειγμα μιας επιχείρησης. Η διάκρισή τους όμως έχει καταστατική σημασία, ιδίως ως προς τις επιπτώσεις της στην εργασία του πολίτη ή του μη πολίτη, για παράδειγμα του οικονομικού μετανάστη.

Η ιδιοκτησία επί των μέσων της παραγωγής αποτέλεσε το διακύβευμα της μετάβασης από τη δεσποτεία (π.χ. τη φεουδαρχία) στον ανθρωποκεντρισμό (στις κοινωνίες της κλιμακούμενης ελευθερίας). Στο διακύβευμα αυτό βρήκε έρεισμα εν μέρει η αντιπαλότητα ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και στον σοσιαλισμό. Ο μεν θα υποστηρίξει βασικά την ιδιωτική ιδιοκτησία, ο δε ευρέως την κρατική.

Μετα-δεσποτική εποχή

Ο κόσμος της μετα-δεσποτικής εποχής, ενώ προς στιγμήν προέταξε την ατομική ιδιοκτησία για να αντιπαρέλθει τη φεουδαρχία, στην πραγματικότητα ανασυγκροτήθηκε στη βάση του συστήματός της. Ωστε το διακύβευμα της μετάβασης ήταν να εξοικονομηθεί η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας με την ατομική ελευθερία του φορέα της εργασίας. Το σημείο του συμβιβασμού, που συνάντησε το συμφέρον και των δύο, ήταν η εγκαθίδρυση μιας "σύμβασης" μεταξύ τους, η οποία σηματοδοτούσε την αυτόβουλη εκχώρηση της εργασιακής δύναμης από τον κάτοχό της στον ιδιοκτήτη του συστήματος έναντι "αμοιβής". Διέλαθε εντούτοις της προσοχής ότι, με τον τρόπο αυτό, διεσώζετο το ουσιώδες της ατομικής ελευθερίας, όχι όμως και η κοινωνική ελευθερία. Διότι εντέλει η συναίνεση την οποία υποκρύπτει η συμβατική εκχώρηση της εργασιακής δύναμης δεν είναι σωστική της ομόλογης ελευθερίας. Το καθεστώς του ατόμου που προσέρχεται, εθελουσίως ή μη, στην εξουσία του ιδιοκτήτη του συστήματος μεταβάλλεται δραματικά. Δεν είναι η συναίνεση, αλλά το καθεστώς στο οποίο προσέρχεται το άτομο που ορίζει την κατάσταση της οικείας ελευθερίας. Ο χρόνος της παρεχομένης εργασίας στον ιδιοκτήτη του συστήματος είναι χρόνος εξάρτησης και, κατ' επέκταση, κοινωνικής ετερονομίας, που προσμετράται αντιστοίχως ως έλλειμμα αυτονομίας ή ελευθερίας του ατόμου.

Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί να κατανοηθεί πλήρως η "περιπέτεια" του μαρξικού προτάγματος και οι εφαρμογές του στο πεδίο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός επαγγέλθηκε όντως την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα της παραγωγής, όχι την ιδιοκτησία επί του συστήματος. Το επιχείρημα του σοσιαλισμού συνοψιζόταν στο ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής είναι υπαίτια της εκμετάλλευσης και όχι ειδικότερα η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας. Αφού η πρώτη συνέχεται, από τη φύση της, με τη δεύτερη, αυτή είναι στη βάση τής μειονεκτικής θέσης της κοινωνίας στην παραγωγική διαδικασία και, κατ' επέκταση, του συστήματος εκμετάλλευσης. Εξ ου και προέκρινε εντέλει όχι την κατάργηση της ιδιοκτησίας γενικώς ή έστω τον αναδασμό της, αλλά την απόδοσή της συλλήβδην -τόσο των μέσων της παραγωγής όσο και του συστήματος της οικονομίας- στο κράτος. Με τον τρόπο αυτό, το κράτος, που από την πλευρά του διατηρούσε επίσης την ιδιοκτησία επί του πολιτικού συστήματος, συγκέντρωνε στα χέρια του μια εκρηκτική δύναμη, που το μετέβαλε και τυπικά σε απολυταρχικό μόρφωμα.

Διασπορά και συγκέντρωση

Ωστε, η διαφορά μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού εστιάζεται αποκλειστικά στο ζήτημα της διασποράς ή της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας επί του συστήματος, που εξέφρασε το δίλημμα ιδιωτική ή κρατική ιδιοκτησία. Κανένας όμως δεν συναινεί στην απόδοση του συστήματος στους φορείς της εργασίας και, υπό μια άλλη έννοια, στην ευρύτερη κοινωνία. Και στον μεν και στον δε, ο φορέας της εργασίας, εν ολίγοις η κοινωνία, καλείται να συναντηθεί με το σύστημα της οικονομίας, είτε στο πεδίο της (εξαρτημένης) εργασίας είτε στο πεδίο της κατανάλωσης. Το σύστημα παραμένει ερμητικά συνυφασμένο με την ιδιοκτησία. Το ζήτημα, εναλλακτικά, δεν είναι η κατάργηση του κεφαλαίου, αλλά της μονοσήμαντης ιδιοκτησίας του κεφαλαίου ή της εργοδοσίας επί του συστήματος.

Το γεγονός αυτό εξηγεί ακριβώς γιατί, και στις δύο περιπτώσεις, η προσέγγιση της οικονομίας (και του συστήματός της) γίνεται σταθερά από τη σκοπιά, αφ' ενός της αποτελεσματικότητάς της και, αφετέρου, του φορέα που είναι ο πλέον αρμόδιος να τη διασφαλίσει. Η επίκληση της ελευθερίας ως κοινωνικού αγαθού διέρχεται και συχνά συγχέεται με την ελευθερία του επιχειρείν με γνώμονα την αγορά. Ευλόγως, από μιαν άποψη, αφού απουσιάζει ολοκληρωτικά η προβληματική της κοινωνικής ιδίως ελευθερίας.

Το ερώτημα είναι αν όντως το σύστημα αυτό, που εξοικονομεί τη συνάντηση του παλαιού καθεστώτος με τη νέα κοινωνία, αποτελεί συμφυές και, ως εκ τούτου, αξεπέραστο ιδίωμα της ανθρώπινης κατάστασης ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση, τα οικονομικά συστήματα διαφοροποιούνται ως εκ του φορέα της ιδιοκτησίας (καπιταλιστικό ή σοσιαλιστικό), δεν διακρίνουν μεταξύ της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (π.χ. του κεφαλαίου) και της ιδιοκτησίας επί του συστήματος. Στη δεύτερη περίπτωση, αποδεχόμαστε ότι η τυπολογία αυτή, δεν αποτελεί παρά μια μορφολογική εκδήλωση στο πλαίσιο του ιδίου τύπου οικονομικού συστήματος -του συστήματος που ανήκει στην ιδιοκτησία- που από εξελικτικής απόψεως προόρισται να μεταλλαχθεί σταδιακά, παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη της ελευθερίας. Μετάλλαξη η οποία υποδηλώνει ότι το δίλημμα δεν θα τίθεται με γνώμονα το ανήκειν της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου (στον ιδιώτη ή στο κράτος) και, πολλώ μάλλον, σε σχέση με τη μονοσήμαντη επιχειρησιακή λειτουργία της "αγοράς", αλλά με πρόσημο την ελευθερία (και την ευημερία) της κοινωνίας».

Αναδημοσίευση από το Κοσμοσύστημα