Το προλεταριάτο, η
μεγάλη τάξη που αγκαλιάζει όλους τους
παραγωγούς των πολιτισμένων εθνών, η
τάξη που απελευθερώνοντας τον εαυτό
της θα ελευθερώσει την ανθρωπότητα από
το δουλικό μόχθο και θα μετατρέψει το
ανθρώπινο ζώο σε ελεύθερη ύπαρξη - το
προλεταριάτο, προδίδοντας τα ένστικτά
του, περιφρονώντας την ιστορική του
αποστολή, έχει αφήσει τον εαυτό να
διαστραφεί από το δόγμα της εργασίας.
Βαναυσότητα και τρόμος έχουν γίνει η
τιμωρία του. Όλα τα ατομικά και κοινωνικά
δεινά του γεννήθηκαν από το πάθος του
για δουλειά.
Αντί να σκεφτόμαστε
την κατανάλωση ως αντίθετο της εργασίας, λες και οι δύο αυτές δραστηριότητες απαιτούν
τελείως διαφορετικές νοητικές και συναισθηματικές ιδιότητες, πρέπει να τις
δούμε ως δύο πλευρές της ίδιας διαδικασίας...Ο καταναλωτισμός είναι μόνον η
άλλη όψη της υποβάθμισης της εργασίας -η εξάλειψη του παιγνιώδους στοιχείου και
της δεξιοτεχνίας από τη διαδικασία της παραγωγής.
Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν υποστηρίζει ότι
έχουμε εδώ και καιρό περάσει από την κοινωνία των παραγωγών σε αυτήν των
καταναλωτών2.
Θα μπορούσαμε να προεκτείνουμε αυτό το σκεπτικό λέγοντας ότι: αν κάποτε το
κυρίαρχο φαντασιακό επέβαλε την «απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων»3,
οι συνθήκες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα προώθησαν το μοτίβο
της «απεριόριστης ανάπτυξης των καταναλωτικών δυνατοτήτων». Αυτός ο
μετασχηματισμός, που εξυπηρετήθηκε εκπληκτικά από την εξάπλωση της μαζικής
κουλτούρας, τη διαφημιστική βιομηχανία και την αντίστοιχη προσαρμογή των
εκπαιδευτικών θεσμών, έχει τεράστιας σημασίας συνέπειες για την εργασιακή ζωή
των ανθρώπων.
H ειδικευμένη εργασία θα πέσει στα χαμηλότερα επίπεδα σε όλο τον κόσμο. Η μείωση στους μισθούς της μεσαίας τάξης, καθώς και στην ικανοποίηση από την εργασία, είναι μόνο η αρχή
του Πίτερ Γουίλμπυ
Οι δυτικοευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι ετοιμάζονται να βιώσουν ένα τεράστιο σοκ. Για τα τελευταία τριάντα χρόνια οι κυβερνήσεις έχουν εξηγήσει ότι όταν δε μπορούν να προστατέψουν τις θέσεις εργασίας με τους παραδοσιακούς τρόπους κρατικής παρέμβασης, όπως με επιδοτήσεις και δασμούς, μπορούν να επεκτείνουν και να μεταρρυθμίσουν την εκπαίδευση, ώστε να μεγιστοποιήσουν τις ευκαιρίες. Αν αρκετοί άνθρωποι συνεχίσουν να αποκτούν υψηλού επιπέδου ικανότητες και προσόντα, οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν υψηλά επίπεδα ποιότητας ζωής. Αν δουλέψουν αρκετά σκληρά, κάθε γενιά θα μπορεί να τα καταφέρνει καλύτερα από τη γενιά των γονιών της. Όλο αυτό προϋποθέτει να γίνουν τα σχολεία σημείο αιχμής της αγοράς και να πειστούν τα πανεπιστήμια να διδάξουν «αγοραίες» δεξιότητες. Αυτό είναι το σκεπτικό πίσω από τις πολιτικές του Μάϊκλ Γκόουβ και όλων των προκατόχων του στη θέση των γραμματέων για θέματα Παιδείας.
Γιώργος Κοντογιώργης, Οικονομικά συστήματα και ελευθερία, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2010. Στο περιοδικό Άρδην, 80/2010, σελ. 77-79.
Το απόσπασμα που ακολουθεί αντιμετωπίζει το ζήτημα της εργασίας του πολίτη στη διαλεκτική της σχέση με την εργασία του οικονομικού μετανάστη.
[..] Η αντίθεση που επισημαίνεται ανάμεσα στην εργασία του πολίτη και στην εργασία του οικονομικού μετανάστη είναι όντως πραγματική, έχει δηλαδή δομικό χαρακτήρα, ή ο ξένος αποτελεί απλώς την εύκολη αιτία, μια νομιζόμενη απειλή εναντίον της εργασίας του πολίτη;
Πρώτα-πρώτα, διαπιστώνεται ότι τόσο η εργασία του πολίτη όσο και η εργασία του οικονομικού μετανάστη έχουν κοινή θεμελίωση. Ανήκουν και οι δύο στην εποχή της μετα-φεουδαλικής ή, αλλιώς, πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης. Συναντώνται δηλαδή –ως μορφές εργασίας– με το οικονομικό σύστημα και τον ιδιοκτήτη του, εξωθεσμικά είτε στον χώρο της παραγωγής (και επομένως με όχημα τη σύμβαση εργασίας) είτε στο πεδίο της κατανάλωσης.
Κατά τούτο, διαφεύγει της προσοχής ότι το σημερινό σύστημα είναι ακριβώς η προέκταση εκείνου της δεσποτείας. Με μια διαφορά. Η ιδιοκτησία επί του συστήματος που απαντάται στη μετα-δεσποτική εποχή δεν εκτείνεται και στους φορείς της εργασίας. Στο μέτρο, όμως, που το σύστημα χρειάζεται την εργασία, ο ιδιοκτήτης συμβάλλεται μαζί της, ουσιαστικά την αγοράζει αντί χρηματικής αμοιβής. Ο φορέας της εργασίας, εισφέροντάς την εθελουσίως –με τον όρο της εξάρτησης–, ουσιαστικά παραιτείται από ένα θεμελιώδες διακύβευμα, την αυτονομία του.
Είναι γεγονός ότι ο πολίτης και ο οικονομικός μετανάστης συνάπτουν ενοχική σύμβαση με τον ιδιοκτήτη του συστήματος, από την οποία δηλαδή μπορούν να αποχωρήσουν οικεία βουλήσει όποτε το θελήσουν1. Όμως, η σύμβαση αυτή, πέραν των επιπτώσεών της στο πεδίο της ελευθερίας, είναι από τη φύση της ετεροβαρής. Είναι ετεροβαρής διότι δεν συνάπτεται μεταξύ ισοτίμων εταίρων. Ο ένας είναι κάτοχος/ιδιοκτήτης του συστήματος και, επομένως, το συγκροτεί, το διοικεί και αποφασίζει για την τύχη του και, στο πλαίσιο αυτό, για την τύχη της εργασίας. Ο άλλος όχι. Με τη σύμβαση ο εργαζόμενος δεν υπεισέρχεται στο σύστημα ως εταίρος/συντελεστής του. Η παροχή εργασίας στο σύστημα δεν τον μεταβάλλει σε μέλος του.
Αυτό σημαίνει ότι, μολονότι οι διαφορές μεταξύ εργασίας και εργοδοσίας έχουν ως πηγή τη συνάντησή τους στο πεδίο της παραγωγής, δηλαδή στο εσωτερικό του συστήματος, η διαπραγμάτευση του εργασιακού καθεστώτος προόρισται τελικά να γίνει έξω από αυτό, στο επίπεδο της πολιτικής. Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφοροποίηση της εργασίας του πολίτη από την εργασία του οικονομικού μετανάστη. Ο πολίτης δύναται να επικαλεσθεί το πολιτικό του όπλο, την ψήφο του (την απεργία ή τη διαδήλωση), να υποστηρίξει πολιτικά την εργασιακή του θέση, έτσι ώστε να την εγγράψει στις θεματικές του δημοσίου χώρου.
Με τη μετάταξη της σχέσης μεταξύ εργασίας και ιδιοκτησίας στη δημόσια σφαίρα, ο εργαζόμενος πολίτης κατόρθωσε να κατοχυρώσει σειρά περιορισμών στην ιδιοκτησία και υποχρεώσεων στο κράτος, να την μεταβάλλει επομένως σε μια κατά το μάλλον ή ήττον προκαθορισμένη κανονιστική πραγματικότητα. Εν προκειμένω, η φύση της σχέσης μεταξύ εργασίας και εργοδοσίας δεν αλλάζει. Όμως η μεταφορά της στη δημόσια σφαίρα επιφέρει αναλόγως περιορισμούς στη δυνατότητα της οικονομικής αγοράς να υπαγορεύει τους όρους της στην εργασία.
Στον αντίποδα, η εργασία του οικονομικού μετανάστη υπόκειται ευθέως στους νόμους της αγοράς, δηλαδή στους συσχετισμούς δύναμης, που υπαγορεύει ουσιαστικά η εργοδοσία. Το άμεσο συγκριτικό γνώρισμα της εργασίας του οικονομικού μετανάστη είναι αυτό. Δεν είναι όμως το μοναδικό και ίσως όχι το κυριότερο.
Αν όντως η φθηνή εργασία ήταν το μοναδικό κίνητρο του κεφαλαίου, θα επέλεγε, χωρίς άλλο, δηλαδή κατά τρόπο μονοσήμαντο, τη μετατόπισή του στις χώρες όπου αυτή προσφέρεται «άνευ όρων». Συνδυάζεται προφανώς και με άλλους παράγοντες, όπως η κανονιστική ασφάλεια των χωρών της πρωτοπορίας, η ποιότητα ζωής για τους διοικητικούς της συντελεστές, οι επικοινωνιακές ευκολίες, η προσβασιμότητα στις αγορές, η πολιτική του υποστήριξη κ.λπ.
Κατά τούτο, πρωταρχικό συγκριτικό πλεονέκτημα της εργασίας της οικονομικής μετανάστευσης στις χώρες της πρωτοπορίας, αποβαίνει η πίεση που αυτή ασκεί στην εργασία του πολίτη, προκειμένου να εξουδετερώσει τη δυνατότητά του να υποστηρίζει πολιτικά τα κεκτημένα που συνδέονται με αυτήν. Η εργοδοσία ευελπιστεί έτσι να επαναφέρει την εργασία του πολίτη από την πολιτική αγορά (τη δημόσια σφαίρα) στην οικονομική αγορά. Να την υποτάξει δηλαδή στους κανόνες της και να τη μεταβάλει σε εμπόρευμα. Να την εξομοιώσει με εκείνη του οικονομικού μετανάστη, σε ό,τι αφορά στους όρους παροχής της, αλλά και για την αμοιβή της και, φυσικά, για τα συνοδευτικά με την εργασία δικαιώματα (πρόνοια κ.λπ).
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην ανταγωνιστική παρουσία της εργασίας-εμπορεύματος που εισφέρει η οικονομική μετανάστευση στην εσωτερική αγορά εργασίας των χωρών της πρωτοπορίας. Εξού και πολλοί διατείνονται ότι εάν αυτή ενσωματωθεί, δηλαδή εξομοιωθεί με την εργασία του πολίτη, θα εκλείψει το πρόβλημα.
Αναγνώρισα ήδη τη βαρύτητα του ζητήματος αυτού. Όμως, δεν αποτελεί την πρωτογενή αιτία. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι απλώς εσφαλμένη στη φιλοσοφική της σύλληψη, αφού συνδυάζεται με το δόγμα ότι αιτία της εκμετάλλευσης είναι το κεφάλαιο (ο καπιταλισμός). Είναι και λογικά αντιφατική, διότι η ενσωμάτωση αυτή καθεαυτή της «ώνιας εργασίας» (της εργασίας εμπορεύματος), αφενός θα πολλαπλασιάσει τον αριθμό των πολιτών που θα προσφέρουν ισότιμη οικονομική εργασία και, αφετέρου, θα αυξήσει τη ζήτηση νέων οικονομικών μεταναστών για να καλύψουν το κενό της «ώνιας εργασίας». Συγχρόνως, η επιλογή αυτή δεν θα σταθεί ικανή να αποτρέψει τη μετακόμιση του κεφαλαίου στις χώρες της περιφέρειας, εφόσον ορθωθούν ανυπέρβλητα αναχώματα στην εισαγωγή «ώνιας εργασίας».
5. Πού βρίσκεται λοιπόν η λύση; Όσο και αν φανεί παράξενο, το πρόβλημα είναι πρωταρχικά γνωσιολογικό. Η αντίληψη που κυριαρχεί σήμερα στην οικονομική θεωρία είναι ότι το οικονομικό σύστημα της εποχής μας, όπως εξάλλου και το σύγχρονο πολιτικό σύστημα, είναι η απόληξη μιας ασύγκριτης ανωτερότητας και σε κάθε περίπτωση τελειωτικό. Δηλαδή μη επιδεκτικό περαιτέρω εξέλιξης υπό το πρίσμα μιας τυπολογικά και όχι απλώς μορφολογικά μετάλλαξής του, με γνώμονα την πρόοδο της ανθρώπινης κατάστασης. Όμως δεν είναι έτσι.
Επισήμανα ήδη ότι το παρόν (οικονομικο-κοινωνικό και πολιτικό) σύστημα προσήκει εξελικτικά στην πρώιμη φάση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και συγκεκριμένα στο στάδιο της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, είναι αν επιβεβαιώνεται ως εφικτή η περαιτέρω εξέλιξη του συστήματος αυτού στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα και προς ποια κατεύθυνση.
Η εποχή μας δεν προσφέρει παρά μόνον ορισμένες ενδείξεις για την κατεύθυνση της εξέλιξης, οι οποίες για να αποτιμηθούν ορθά πρέπει να ενταχθούν σε ένα ορισμένο, σφαιρικό γνωσιολογικό πλαίσιο, το οποίο όμως δεν υπάρχει. Η γνωσιολογία της νεοτερικότητας είναι καταγραφική του παρόντος και, μάλιστα, κατά τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια υποβολής του σε κριτική δοκιμασία.
Όπως ήδη διαπιστώσαμε, η μεταβολή της σχέσης μεταξύ εργασίας και ιδιοκτησίας (εργοδοσίας) σε υπόθεση δημοσίου συμφέροντος επήλθε λόγω της πολιτικής βαρύτητας που απέκτησαν οι μάζες με την είσοδό τους στην πολιτική (η καθολική ψήφος ή η πολιτειότητα). Με άλλα λόγια, η οικονομική μετανάστευση επέσπευσε τις εξελίξεις, δεν αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της αδυναμίας εφεξής των δυνάμεων της εργασίας να υποστηρίξουν πολιτικά την υπόθεσή τους. Η γενεσιουργός αιτία εστιάζεται στον συνδυασμό του τέλους της φάσης που έκανε εφικτή την εξωθεσμική συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική, στο πολιτειακό περιβάλλον όπου το πολιτικό σύστημα το ενσαρκώνει το κράτος, με την αυτονόμηση των θεμελιωδών παραμέτρων του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος (ιδίως της οικονομίας και της επικοινωνίας). Όντως, πριν από τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση», συνέτρεχε, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, μια σχετική συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική, η οποία διερχόταν από την ιδεολογική διασταύρωση των πολιτικών δυνάμεων με τα ομόλογα κοινωνικά στρώματα (βασικά οι ιδεολογίες του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού).
Σήμερα, όχι μόνο δεν συντρέχει αυτό, αλλά και η δυναμική ισορροπία που είχε εγκαθιδρυθεί στη σχέση μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς έχει πλήρως διαρραγεί2. Η τελευταία έχει αποβεί εξολοκλήρου κυρίαρχη στο πεδίο της οικονομίας και της ιδεολογίας και έχει επιβάλει πλήρως τους νόμους της στην πολιτική. Η κοινωνία των πολιτών βρίσκεται, επομένως, αντιμέτωπη με την ιδιώτευση και την αποξένωση από την πολιτική και σε δεινή θέση σε ό,τι αφορά στην κοινωνικο-οικονομική της κατάσταση. Αν αποκωδικοποιήσουμε το περιεχόμενο της ανησυχίας των ιθυνόντων κατά την πρόσφατη κρίση, θα διαπιστώσουμε με έκπληξη ότι σκοπός της πολιτικής δεν είναι το συμφέρον της κοινωνίας. Το ενδιαφέρον τους εστιάζεται στη διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας έτσι ώστε να μη διαταραχθεί η κοινωνική ειρήνη και συνοχή, δηλαδή το κεκτημένο της αγοράς.
Σε κάθε περίπτωση, στις προτεραιότητες της πολιτικής δεν εμπεριέχεται η αποτροπή της μετατροπής της εργασίας του πολίτη σε εργασία-εμπόρευμα, ούτε πολλώ μάλλον ο συνδυασμός της προστασίας αυτής με μια αντίστοιχη κανονιστική εξοικονόμηση της εργασίας της οικονομικής μετανάστευσης. Έχει μάλιστα ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι οι δυνάμεις της «εκσυγχρονιστικής» Αριστεράς και οι δυνάμεις του φιλελευθερισμού συγκλίνουν ως προς το σημείο της συνάντησής τους, δηλαδή στην πολιτική κυριαρχία του πνεύματος της αγοράς και, από μια άλλη άποψη, στην απέχθειά τους προς την κοινωνία των πολιτών.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο πυρήνας του πολιτικού προβλήματος: η ιδιοκτησιακή θεμελίωση του πολιτικού συστήματος, που οδηγεί στην ενσάρκωσή του, με όρους ταυτολογίας, από το κράτος. Το αδιέξοδο, στο πλαίσιο αυτό, έγκειται στο ότι, ενώ η συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική δεν είναι πια εφικτή στο εξωθεσμικό πεδίο της ιδεολογίας ή της ταξικής αναφοράς, η νεοτερική θεωρία επιμένει να αποκλείει κάθε ιδέα ανασύνδεσης της κοινωνίας με το οικονομικό και το πολιτικό σύστημα σε νέες βάσεις.
Όντως, οι συγκρούσεις που ταλάνισαν τον κόσμο, ιδίως τον περασμένο αιώνα, είχαν ως πρόσημο τον έλεγχο της ιδιοκτησίας/συστήματος, το διακύβευμα εάν αυτή θα περιερχόταν στη δημόσια ή στην ιδιωτική σφαίρα. Σε καμιά περίπτωση, όμως, η κοινωνία δεν περιελήφθη ως συντελεστής στο διακύβευμα αυτό. Και τούτο διότι ζητούμενο γι’αυτήν ήταν η μετάβαση από τη δουλοπαροικία στην ατομική ελευθερία, η οποία διερχόταν υποχρεωτικά από την κατοχύρωση της αυτονομίας του ιδιωτικού χώρου και όχι από την ιδιοκτησία του (οικονομικού και/ή πολιτικού) συστήματος.
Σήμερα, το δίλημμα αυτό εξέλιπε και, ελλείψει άλλου, που θα προσέδιδε στο πρόταγμα των δυνάμεων της Αριστεράς προοδευτικό πρόσημο, το διακύβευμα εστιάζεται μονοσήμαντα στο αίτημα της ενσωμάτωσης της οικονομικής μετανάστευσης. Το αίτημα αυτό, όπως τίθεται, εισάγει στην πραγματικότητα την οικονομική μετανάστευση ως εναλλακτικό συντελεστή της πολιτικής ζωής, στη θέση της κοινωνίας των πολιτών. Στην πραγματικότητα εντούτοις βοηθάει τις κρατούσες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, που διακονούν τις ιδεολογίες του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού, να διέρχονται εν σιωπή το κεντρικό πρόβλημα: που είναι ο αποκλεισμός της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική και, μάλιστα, από το πολιτικό σύστημα, η οποία συνεπάγεται εντέλει τη διάρρηξη της ισορροπίας μεταξύ κράτους, κοινωνίας και αγοράς. Διάρρηξη η οποία, εάν συνεχισθεί, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη σταδιακή μετατροπή της εργασίας του πολίτη από σχέση δημοσίου δικαίου σε υπόθεση της αγοράς και, περαιτέρω, σε εμπόρευμα υποκείμενο στους νόμους της ή, αναλόγως, στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης.
Το αδιέξοδο της εποχής μας έγκειται ακριβώς στο ότι ο μεν φιλελευθερισμός διδάσκει πως η (οικονομική) αγορά (επομένως η παραγωγικότητα κ.λπ.) και όχι η κοινωνία (των πολιτών) οφείλει να αποτελεί τον σκοπό της πολιτικής και, υπό μια άλλη έννοια, τον λόγο ύπαρξης των πολιτειακών μορφωμάτων (των κρατικών κοινωνιών). Ο δε σοσιαλισμός νομίζει ότι για την εκμετάλλευση ευθύνεται το κεφάλαιο και όχι η κληρονομημένη δεσποτική αντίληψη ότι ιδιοκτησία του κεφαλαίου και ιδιοκτησία του συστήματος ταυτίζονται εκ φύσεως. Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνική ελευθερία δεν αποτελεί διακύβευμα ούτε του ενός ούτε του άλλου προτάγματος.
Ώστε, με γνώμονα τις προσεγγίσεις αυτές και με δεδομένες τις εξελίξεις στο πεδίο του συνόλου ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, είναι προφανές ότι η εργασία θα υποκύπτει ολοένα και περισσότερο στους νόμους της αγοράς και θα αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα. Για να επανέλθει η ισορροπία στα πράγματα καλούμαστε να υπερβούμε τις εμμονές της (πρωτο-ανθρωποκεντρικής) νεοτερικότητας και να εναρμονισθούμε με τα μελλούμενα: ο χρόνος που αρκούσε η ατομική ελευθερία, δηλαδή το σύστημα που την ικανοποιεί, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Με άλλα λόγια, η ανασύνταξη του οικονομικού και, πριν από αυτό, του πολιτικού συστήματος, που απαιτείται για την επιστροφή της κοινωνίας στα πράγματα, προϋποθέτει τη διεύρυνση της ελευθερίας στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο. Διότι η ελευθερία συνεπάγεται ακριβώς τη μετατόπιση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος από την ιδιοκτησία (του ιδιώτη ή του κράτους) στην κοινωνία, άρα τη θεσμική υποστασιοποίηση της κοινωνίας εντός του συστήματος και όχι στο έδαφος της ιδιωτείας.
Όλα δείχνουν ότι η κατεύθυνση της εξέλιξης του νεότερου ανθρωποκεντρικού κόσμου οδεύει προς τα εκεί. Η οικονομική μετανάστευση θα ογκούται ολοένα και περισσότερο συντωχρόνω με την ενσωμάτωση της πλανητικής περιφέρειας στον ανθρωποκεντρισμό και την εμβάθυνση της βίας που παράγει η κρατοκεντρική συνάρθρωση του κοσμοσυστήματος. Με αποτέλεσμα, την προϊούσα επιβάρυνση της εργασίας των πολιτών ή, ακόμη, και την απόρριψή της3.
1. Εν αντιθέσει προς τον φορέα της εργασίας εμπορεύματος στην πόλη-κράτος, ο οποίος, προερχόμενος από τη δεσποτική περιφέρεια, συνήπτε εμπράγματη «σύμβαση», δηλαδή σχέση που προσιδίαζε στο καθεστώς της καταγωγής του και όχι σ’εκείνο του πολίτη της πόλης. Περισσότερα, ανωτέρω στο κεφάλαιο «Τα οικονομικά συστήματα υπό το πρίσμα της ελευθερίας», και στο έργο μου, Πολίτης και πόλις. Έννοια και τυπολογία της πολιτειότητας, όπ.παρ.
2. Περισσότερα στο έργο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, όπ.παρ.
3. Απόρριψη η οποία συνδυάζεται επίσης με την υπεισέλευση της τεχνοδικτυακής παραμέτρου στην οικονομική διαδικασία. Βλέπε σχετικά στα έργα μου, «Η δημοκρατία στην τεχνολογική κοινωνία», Το Βήμα των κοινωνικών επιστημών, 18/1996, σελ. 5-26. και Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, σελ. 763 επ. ___________________________________________________________________
Είναι γνωστή η ρήση του Αμερικάνου μαρξιστή Φρέντρικ Τζέημσον, σύμφωνα με την οποία, στις μέρες μας, είναι πιο εύκολο να φανταστούμε τη συντέλεια του κόσμου παρά κάτι κατ’ αρχήν πολύ λιγότερο δραματικό όπως το τέλος του καπιταλισμού. Η εγχώρια εκδοχή αυτού του ρητού θα μπορούσε να είναι ότι, στην Ελλάδα, για ένα μεγάλο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η συντέλεια της χώρας μοιάζει ένα ενδεχόμενο πιο ρεαλιστικό από κάτι κατ’ αρχήν πολύ λιγότερο δραματικό όπως το τέλος της ένταξής της σε οργανισμούς σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε σκέλη τους όπως η ΟΝΕ.
Για να το πούμε διαφορετικά, αυτό που βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία είναι το τέλος ενός μεγάλου μύθου, ίσως του μόνου (αλλά θεμελιακού), στον οποίο κοινωνούσαν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του λαϊκού κορμού και οι διάφορες ελίτ, ανάμεσα σ’ αυτές και το σύνολο σχεδόν της εκτός ΚΚΕ Αριστεράς, τον μύθο του ευρωπαϊσμού. Η πεποίθηση δηλαδή ότι, παρά τις όποιες επιφυλάξεις (ή και ανοιχτές διαφωνίες) για πολιτικές και θεσμικές πλευρές της Ε.Ε., η ένταξη της Ελλάδας στη λέσχη των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών αποτελεί αναγκαία συνθήκη της όποιας εκδοχής κοινωνικού συμβολαίου, και μάλλον την πιο λογική και ασφαλή οχύρωση του πολιτικοκοινωνικού συμβιβασμού της μεταπολίτευσης.
Η νεοφιλελεύθερη θεραπεία-σοκ του διαβόητου πλέον Μνημονίου σηματοδοτεί την κατάρρευση αυτής της ιδέας, κάτι που, ανάμεσα στα άλλα, ανοίγει το δρόμο σε πρωτόγνωρες ιδεολογικές ανακατατάξεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και τους καινούργιους όρους της συζήτησης που διαμορφώνονται στην Αριστερά. Οι βασικές τάσεις που αναδεικνύει η καινούργια συγκυρία φαίνεται, ως τώρα, να είναι οι εξής: κρίση των ευρωπαϊστικών επιλογών, σε όλους τις εκδοχές τους, και ειδικότερα στις μεταρρυθμιστικές. Εμφάνιση λογικών ρήξης με βασικούς πυλώνες της υπαρκτής Ε.Ε. (πιο συγκεκριμένα με την ΟΝΕ), με όρους ωστόσο διαφορετικούς από τον αριστερό αντιευρωπαϊσμό της δεκαετίας του 1980 (ή σήμερα του ΚΚΕ).
Στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος, θα περιοριστούμε σε μερικές παρατηρήσεις που αφορούν την πρώτη κατηγορία, αρχίζοντας από τις πιο ακραίες εκδοχές της. Το κείμενο Β. Πεσμαζόγλου («Ενθέματα», Αυγήτης Κυριακής, 25.7.2010), αλλά και συναφείς τοποθετήσεις από την πλευρά της Δημοκρατικής Αριστεράς, δείχνουν ανάγλυφα ότι όσοι επιμένουν στον αμιγή ευρωπαϊσμό του παρελθόντος (που οδήγησε π.χ. σε υπερψήφιση της συνθήκης του Μάαστριχτ από τον τότε Συνασπισμό), αναγκάζονται τώρα να το κάνουν από θέσεις συμπόρευσης με την κυβερνητική πολιτική και τις προσταγές του Μνημονίου. Η δεδομένη κατεδάφιση των εναπομεινασών κοινωνικών κατακτήσεων παρουσιάζεται ως επώδυνη μεν, αναγκαία δε στενωπό που οδηγεί στην «εξυγίανση» της οικονομίας, στην πάταξη του «κρατισμού» και των «πελατειακών σχέσεων», και σε μια (υποθετική) μελλοντική ανάκαμψη και ρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πόσο μακρινή αλήθεια φαντάζει η εποχή που ένας Λεωνίδας Κύρκος μπορούσε με αυτοπεποίθηση να επιχειρηματολογεί υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ ισχυριζόμενος ότι «αν ερευνηθεί η δυναμική της πορείας της Κοινότητας από την ίδρυσή της ως σήμερα , θα φανεί η βαθμιαία μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων, η βαθμιαία κατάκτηση θέσεων στην κατεύθυνση της δημοκρατικής μεταλλαγής [...]. Η ιδεολογία αυτής της [εργατικής και λαϊκής] ολοκλήρωσης μπορεί να κυριαρχήσει στο χώρο της κοινοτικής Ευρώπης, και να εμπνεύσει τους λαούς της στο όραμα της ενιαίας, φιλειρηνικής, δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ευρώπης των εργαζομένων».1
Η αναξιοπιστία μιας παρόμοιας προοπτικής συμπαρασύρει και τις προτάσεις που στοχεύουν γενικότερα στη μεταρρύθμιση της Ε.Ε. και κυριαρχούν σήμερα εντός της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Κάτι που βαραίνει κρίσιμα και στη γενικότερη στρατηγική της αμηχανία. Αυτή η διαδικασία έχει βέβαια δρομολογηθεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο εδώ και καιρό, καθώς απορρέει από την εμπειρία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόζει η «υπαρκτή Ε.Ε.» από τη δεκαετία του 1980, προσφέροντάς τους αναντικατάστατη θεσμική κατοχύρωση και νομιμοποίηση. Ακόμη και οι περιορισμένες μορφές δημοκρατικού και λαϊκού ελέγχου που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αστικών αντιπροσωπευτικών κοινοβουλευτικών θεσμών και του εθνικού κράτους έχουν δραματικά συρρικνωθεί. Στην Ελλάδα όμως, όπως και στις υπόλοιπες λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε., η συνειδητοποίηση αυτής της διαδικασίας είχε καθυστερήσει. Και από αυτή την άποψη λοιπόν το Μνημόνιο, με την επιβαλλόμενη παράκαμψη της Βουλής και το ασφυκτικό καθεστώς επιτήρησης της εκτελεστικής εξουσίας, σηματοδοτεί μια τομή, όχι βέβαια με την έννοια της έλευσης «ξένης κατοχής», αλλά της κατανόησης του καθοριστικού ρόλου της Ε.Ε. στην προώθηση του κρατικού αυταρχισμού που είναι σύμφυτος με τη συντελούμενη κοινωνική αντεπανάσταση.
Υπάρχει όμως και μια επιπλέον εκδοχή ευρωπαϊσμού, πιο παράδοξη από τις προηγούμενες, που εκφράζεται κυρίως στις τοποθετήσεις των Γ. Μηλιού και Σπ. Λαπατσιώρα. Είναι παράδοξη γιατί χωρίς να επικαλείται την δυνατότητα αριστερής μεταρρύθμισης της Ε.Ε. ή έστω της ΟΝΕ (και έχοντας στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν επιχειρηματολογήσει εκτενώς εναντίον τέτοιων απόψεων), καταλήγει στην κατηγορηματική απόρριψη της όποιας πρότασης ρήξης με την Ε.Ε. ή με πυλώνες της όπως η Ευρωζώνη ή ο μηχανισμός αποπληρωμής του χρέους που αποτελεί τον βασικό μοχλό του Μνημονίου. Κάθε τέτοια σκέψη θεωρείται εκ προοιμίου εθνοκεντρική, ίσως και «εθνικιστική», ενώ αντίθετα προτάσσονται «αμιγείς» ταξικές λύσεις, όπως η αναδιανομή και η φορολογική μεταρρύθμιση. Σ’ αυτό το σημείο, θα ήθελα να προσθέσω σε όσα γράφει ο Κ. Λαπαβίτσας δύο παρατηρήσεις.
Η πρώτη είναι ότι αν και ο ταξικός συσχετισμός ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο κρίνεται, πρώτ’ απ’ όλα, σε εθνικό επίπεδο, που παραμένει ως εκ τούτου κεντρικό πεδίο διεκδίκησης και συγκρότησης των κοινωνικοπολιτικών υποκειμένων, δεν παύει ταυτόχρονα να επικαθορίζεται από τη σχέση του εθνικού σχηματισμού με τους υπόλοιπους, δηλαδή από τους όρους του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών καπιταλισμών, τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, και την ενδεχόμενη ρύθμιση αυτών των τάσεων από υπερεθνικά μορφώματα όπως η Ε.Ε. Αυτό σημαίνει, πιο συγκεκριμένα, ότι οι πολιτικές της Ε.Ε. δεν εκφράζουν μόνο τις επιλογές που ενοποιούν τα ταξικά συμφέροντα των εθνικών αστικών τάξεων αλλά και συγκεκριμένους συσχετισμούς δύναμης και σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ κρατών (ή μπλοκ κρατών) και εθνικών καπιταλισμών.
Ειδικότερα, η ΟΝΕ «κλειδώνει» τόσο τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές όσο και την προνομιακή εξαγωγική θέση του γερμανικού κεφαλαίου, στο οποίο εξασφαλίζει μισθολογική και δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά και όρους ανταγωνιστικότητας, δηλαδή βελτίωση της διεθνούς του θέσης μέσω εμπορικών πλεονασμάτων που μετατρέπονται με τη σειρά τους σε δανεισμό προς τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Όσο για το Μνημόνιο, είναι προφανές ότι επιτρέπει μεν στην ελληνική αστική τάξη να διαλύσει κάθε εργατική κατάκτηση, με αντίτιμο όμως μια ύφεση που θα πλήξει καίρια σημαντικές μερίδες της και οδηγεί σε μια πιο μακροπρόθεσμη υποβάθμιση της διεθνούς θέσης του ελληνικού καπιταλισμού, όπως έχει συχνά συμβεί στο παρελθόν με άλλες χώρες, π.χ. στη Λατινική Αμερική.
Ας θυμίσουμε επίσης το αυτονόητο ότι κεντρικός στόχος του Μνημονίου είναι η διασφάλιση μιας γιγαντιαίας και χωρίς ορατό τέρμα μεταφοράς πλούτου από τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους εκτός της χώρας, προς όφελος των τραπεζών, πρώτα και κύρια γαλλογερμανικών, που αποτελούν τους βασικούς δανειστές του ελληνικού δημοσίου. Για όλους αυτούς τους λόγους, όπως διδάσκει και η ιστορική εμπειρία, οποιαδήποτε σοβαρή πρόταση ρήξης με την αστική στρατηγική δεν μπορεί παρά να κινείται και στα δύο αυτά επίπεδα, αμφισβητώντας τόσο τον τρόπο ένταξης του κοινωνικού σχηματισμού στο διεθνές πεδίο όσο και την ταξική κυριαρχία στο εσωτερικό του.
Προκύπτει όμως και ένα άλλο εξίσου σημαντικό πρόβλημα με αυτή την άποψη. Όταν, στο όνομα της υπεράσπισης της εργασίας, απορρίπτει την ιδέα μιας «ολοκληρωμένης πολιτικής πρότασης» και διαχωρίζει κάθετα την «κρίση της εργασίας» από την «κρίση του κεφαλαίου» και του κράτους, αυτό που παραβλέπει είναι ότι ο συνολικός ταξικός συσχετισμός δύναμης δεν κρίνεται σε ένα απλό οικονομικό επίπεδο αλλά στο γενικό πολιτικό, και στην ειδική συμπύκνωση των σχέσεων κυριαρχίας που λέγεται κράτος. Το πολιτικοκοινωνικό υποκείμενο που νομίζει ότι μπορεί να παρακάμψει αυτό το πεδίο μοιραία εγκλωβίζεται σε εκείνο που ο Λένιν και ο Γκράμσι ονόμασαν αντίστοιχα «συνδικαλιστική-οικονομίστικη» και «συντεχνιακή» αντίληψη της πολιτικής, και που παρουσιάζεται τώρα ως «κινηματισμός». Σήμερα ειδικά, αυτή η λογική ισοδυναμεί με υπεκφυγή μπροστά στα επίδικα της συγκυρίας: σε μια στιγμή που το πιο απλό κλαδικό αίτημα συνδέεται άμεσα με το κεντρικό πολιτικό συσχετισμό, που η κοινωνική πλειοψηφία αναζητά επιτακτικά εναλλακτικές λύσεις και την αίσθηση ότι μια άλλη συνολική πορεία είναι δυνατή, η ηγεμονική διάσταση της αριστερής πρότασης δεν είναι πολυτέλεια αλλά ελάχιστος όρος αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας. Το τέλος του ευρωπαϊστικού μύθου υποχρεώνει τη ριζοσπαστική Αριστερά να επιχειρήσει την προγραμματική ανανέωση που θα της επιτρέψει να ξανασυνδεθεί με τη νέα πραγματικότητα και λαϊκή εμπειρία.
*Ο Στάθης Κουβελάκης διδάσκει πολιτική θεωρία και φιλοσοφία στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ
«Οικονομικά συστήματα και ελευθερία»
«Οικονομικά συστήματα και ελευθερία» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Σιδέρη».
Θέματα όπως το «Τι παράγει την εκμετάλλευση;» απασχολούν τον συγγραφέα: «Η ιδιοκτησία επί του κεφαλαίου ή επί του συστήματος της οικονομίας;».
Ποια η διάκριση μεταξύ «εργασίας εμπορεύματος» και «εργασίας κεφαλαίου»; Γιατί κατέρρευσαν οι υπαρκτοί φιλελευθερισμοί και σοσιαλισμοί; Γιατί οι σοσιαλιστές διαγκωνίζονται με τους νεοφιλελεύθερους για τον επιχειρησιακό έλεγχο του συστήματος της «αγοράς»; Γιατί το κοινωνικό πρόβλημα επιδιώκεται να επιλυθεί διά «μεταφοράς» και όχι, όπως στο παρελθόν, στον τόπο της παραγωγής του; Τι οδήγησε στην παρούσα κρίση και ποια είναι η σημειολογία της; Πού πηγαίνει εντέλει ο κόσμος της εργασίας, τα οικονομικά συστήματα και, σε τελική ανάλυση, η σχέση μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής «αγοράς»;
Αυτά είναι ορισμένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα στα οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να απαντήσει με την πρόταξη μιας τυπολογίας των οικονομικών συστημάτων που διακρίνει στην εξέλιξη είτε την αποδέσμευση του ατόμου από το σύστημα είτε την απόδοση του συστήματος στους κοινωνικούς του συντελεστές.
Στη συνέχεια δημοσιεύουμε από το βιβλίο του κ. Κοντογιώργη:
«Η νεοτερική οικονομική επιστήμη ταξινόμησε εξαρχής τα οικονομικά συστήματα βασικά σε τρεις κατηγορίες, με τελευταία εκείνη της "αγοράς", η οποία αναλαμβάνει έναν κεντρικό οργανωτικό και ρυθμιστικό ρόλο.
Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ένα πολυσήμαντο γνωσιολογικό έλλειμμα, το οποίο επιπλέον συναρτάται με την απόφαση της νεοτερικότητας να αναδείξει την "αγορά" σε διακρίνουσα του συστήματος και, μάλιστα, σε μέτρο της οικονομικής τυπολογίας της ιστορίας. Οντως, η νεότερη οικονομική επιστήμη εδράζεται στην αξιωματική αρχή ότι το σύστημα ανήκει στην ιδιοκτησία. Ως προς αυτό, διαπιστώνουμε ότι συγχέει προφανώς την ιδιοκτησία ως γεγονός που αφορά τα μέσα της παραγωγής (λ.χ. επί του κεφαλαίου), με την ιδιοκτησία επί του συστήματος της παραγωγής, για παράδειγμα μιας επιχείρησης. Η διάκρισή τους όμως έχει καταστατική σημασία, ιδίως ως προς τις επιπτώσεις της στην εργασία του πολίτη ή του μη πολίτη, για παράδειγμα του οικονομικού μετανάστη.
Η ιδιοκτησία επί των μέσων της παραγωγής αποτέλεσε το διακύβευμα της μετάβασης από τη δεσποτεία (π.χ. τη φεουδαρχία) στον ανθρωποκεντρισμό (στις κοινωνίες της κλιμακούμενης ελευθερίας). Στο διακύβευμα αυτό βρήκε έρεισμα εν μέρει η αντιπαλότητα ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και στον σοσιαλισμό. Ο μεν θα υποστηρίξει βασικά την ιδιωτική ιδιοκτησία, ο δε ευρέως την κρατική.
Μετα-δεσποτική εποχή
Ο κόσμος της μετα-δεσποτικής εποχής, ενώ προς στιγμήν προέταξε την ατομική ιδιοκτησία για να αντιπαρέλθει τη φεουδαρχία, στην πραγματικότητα ανασυγκροτήθηκε στη βάση του συστήματός της. Ωστε το διακύβευμα της μετάβασης ήταν να εξοικονομηθεί η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας με την ατομική ελευθερία του φορέα της εργασίας. Το σημείο του συμβιβασμού, που συνάντησε το συμφέρον και των δύο, ήταν η εγκαθίδρυση μιας "σύμβασης" μεταξύ τους, η οποία σηματοδοτούσε την αυτόβουλη εκχώρηση της εργασιακής δύναμης από τον κάτοχό της στον ιδιοκτήτη του συστήματος έναντι "αμοιβής". Διέλαθε εντούτοις της προσοχής ότι, με τον τρόπο αυτό, διεσώζετο το ουσιώδες της ατομικής ελευθερίας, όχι όμως και η κοινωνική ελευθερία. Διότι εντέλει η συναίνεση την οποία υποκρύπτει η συμβατική εκχώρηση της εργασιακής δύναμης δεν είναι σωστική της ομόλογης ελευθερίας. Το καθεστώς του ατόμου που προσέρχεται, εθελουσίως ή μη, στην εξουσία του ιδιοκτήτη του συστήματος μεταβάλλεται δραματικά. Δεν είναι η συναίνεση, αλλά το καθεστώς στο οποίο προσέρχεται το άτομο που ορίζει την κατάσταση της οικείας ελευθερίας. Ο χρόνος της παρεχομένης εργασίας στον ιδιοκτήτη του συστήματος είναι χρόνος εξάρτησης και, κατ' επέκταση, κοινωνικής ετερονομίας, που προσμετράται αντιστοίχως ως έλλειμμα αυτονομίας ή ελευθερίας του ατόμου.
Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί να κατανοηθεί πλήρως η "περιπέτεια" του μαρξικού προτάγματος και οι εφαρμογές του στο πεδίο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός επαγγέλθηκε όντως την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα της παραγωγής, όχι την ιδιοκτησία επί του συστήματος. Το επιχείρημα του σοσιαλισμού συνοψιζόταν στο ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής είναι υπαίτια της εκμετάλλευσης και όχι ειδικότερα η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας. Αφού η πρώτη συνέχεται, από τη φύση της, με τη δεύτερη, αυτή είναι στη βάση τής μειονεκτικής θέσης της κοινωνίας στην παραγωγική διαδικασία και, κατ' επέκταση, του συστήματος εκμετάλλευσης. Εξ ου και προέκρινε εντέλει όχι την κατάργηση της ιδιοκτησίας γενικώς ή έστω τον αναδασμό της, αλλά την απόδοσή της συλλήβδην -τόσο των μέσων της παραγωγής όσο και του συστήματος της οικονομίας- στο κράτος. Με τον τρόπο αυτό, το κράτος, που από την πλευρά του διατηρούσε επίσης την ιδιοκτησία επί του πολιτικού συστήματος, συγκέντρωνε στα χέρια του μια εκρηκτική δύναμη, που το μετέβαλε και τυπικά σε απολυταρχικό μόρφωμα.
Διασπορά και συγκέντρωση
Ωστε, η διαφορά μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού εστιάζεται αποκλειστικά στο ζήτημα της διασποράς ή της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας επί του συστήματος, που εξέφρασε το δίλημμα ιδιωτική ή κρατική ιδιοκτησία. Κανένας όμως δεν συναινεί στην απόδοση του συστήματος στους φορείς της εργασίας και, υπό μια άλλη έννοια, στην ευρύτερη κοινωνία. Και στον μεν και στον δε, ο φορέας της εργασίας, εν ολίγοις η κοινωνία, καλείται να συναντηθεί με το σύστημα της οικονομίας, είτε στο πεδίο της (εξαρτημένης) εργασίας είτε στο πεδίο της κατανάλωσης. Το σύστημα παραμένει ερμητικά συνυφασμένο με την ιδιοκτησία. Το ζήτημα, εναλλακτικά, δεν είναι η κατάργηση του κεφαλαίου, αλλά της μονοσήμαντης ιδιοκτησίας του κεφαλαίου ή της εργοδοσίας επί του συστήματος.
Το γεγονός αυτό εξηγεί ακριβώς γιατί, και στις δύο περιπτώσεις, η προσέγγιση της οικονομίας (και του συστήματός της) γίνεται σταθερά από τη σκοπιά, αφ' ενός της αποτελεσματικότητάς της και, αφετέρου, του φορέα που είναι ο πλέον αρμόδιος να τη διασφαλίσει. Η επίκληση της ελευθερίας ως κοινωνικού αγαθού διέρχεται και συχνά συγχέεται με την ελευθερία του επιχειρείν με γνώμονα την αγορά. Ευλόγως, από μιαν άποψη, αφού απουσιάζει ολοκληρωτικά η προβληματική της κοινωνικής ιδίως ελευθερίας.
Το ερώτημα είναι αν όντως το σύστημα αυτό, που εξοικονομεί τη συνάντηση του παλαιού καθεστώτος με τη νέα κοινωνία, αποτελεί συμφυές και, ως εκ τούτου, αξεπέραστο ιδίωμα της ανθρώπινης κατάστασης ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση, τα οικονομικά συστήματα διαφοροποιούνται ως εκ του φορέα της ιδιοκτησίας (καπιταλιστικό ή σοσιαλιστικό), δεν διακρίνουν μεταξύ της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (π.χ. του κεφαλαίου) και της ιδιοκτησίας επί του συστήματος. Στη δεύτερη περίπτωση, αποδεχόμαστε ότι η τυπολογία αυτή, δεν αποτελεί παρά μια μορφολογική εκδήλωση στο πλαίσιο του ιδίου τύπου οικονομικού συστήματος -του συστήματος που ανήκει στην ιδιοκτησία- που από εξελικτικής απόψεως προόρισται να μεταλλαχθεί σταδιακά, παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη της ελευθερίας. Μετάλλαξη η οποία υποδηλώνει ότι το δίλημμα δεν θα τίθεται με γνώμονα το ανήκειν της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου (στον ιδιώτη ή στο κράτος) και, πολλώ μάλλον, σε σχέση με τη μονοσήμαντη επιχειρησιακή λειτουργία της "αγοράς", αλλά με πρόσημο την ελευθερία (και την ευημερία) της κοινωνίας».