Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26/11/13

Ξεπλένουν τα άπλυτα τους και ετοιμάζονται να χρηματοδοτηθούν πάλι από το κράτος!


Τα κόμματα ακολουθούν την τακτική της βρομιάρας νοικοκυράς.

του Νίκου Ανδριόπουλου

ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ακολουθούν την τακτική της βρομιάρας νοικοκυράς. Το σπίτι τους φαίνεται καθαρό μέχρι να ανοίξεις τα ντουλάπια ή να σηκώσεις το χαλί. Οι ίδιοι άνθρωποι που είναι υποτίθεται υπεύθυνοι για να συμμαζέψουν το χάος και να εξυγιάνουν τα ασφαλιστικά ταμεία, καθυστερούν να καταβάλλουν τις εισφορές των εργαζομένων τους στο ΙΚΑ, επιδεινώνοντας το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει ο ασφαλιστικός φορέας. 


Στη συνέχεια, σε μια έξαρση φαρισαϊσμού, κουνούν το δάχτυλο στους «τζαμπατζήδες» και τους κακοπληρωτές που φεσώνουν το ΙΚΑ και απειλούν με φυλάκιση όσους το πράττουν. 
Όλους εκτός από τους ίδιους!

Για την περίπτωση τους και επειδή η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται τίμια, οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ το 2012 ψήφισαν τον νόμο 4038/2012, στο 21° άρθρο του οποίου γίνεται λόγος για ρύθμιση των χρεών όσων χρωστούν στο ΙΚΑ. Ο νόμος αυτός παρουσιάστηκε ως ανάσα στους βαλλόμενους από τα απανωτά μέτρα επαγγελματίες, αλλά δεν ήταν τίποτε άλλο από κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τους κατά τα άλλα «νοικοκυραίους» τζαμπατζήδες του πολιτικού συστήματος.

Τα κόμματα της συγκυβέρνησης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ τον Σεπτέμβριο του 2012 χρωστούσαν από ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ 1.446.451 και 352.535 ευρώ αντίστοιχα. Ο πραγματικός λόγος όμως που τα δύο κόμματα έσπευσαν να τακτοποιήσουν τις οφειλές τους προς τον ασφαλιστικό φορέα δεν είναι άλλος από την ανάγκη να βάλουν χέρι στην επικείμενη κρατική επιχορήγηση.

27/8/13

Μήνυμα από την ΕΡΤ στους καθηγητές

Μήνυμα από την ΕΡΤ στους καθηγητές

του Τάσου Παππά

Δεν ξέρω ποια θα είναι η έκβαση της μάχης που δίνουν οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ απέναντι στην κυβέρνηση. Οπως έχει αποδειχτεί ιστορικά, ακόμη και οι χαμένες μάχες έχουν το νόημά τους. Κάποιοι θεωρούσαν άσκοπη τη σύγκρουση και συνιστούσαν συνθηκολόγηση από την πρώτη στιγμή. 
Τα κόμματα της συγκυβέρνησης έκαναν τα πάντα για να το πετύχουν. Δυσφήμησαν τους εργαζόμενους στα δημόσια μέσα ενημέρωσης, επιχείρησαν να τους διασπάσουν, προσπάθησαν να τους δελεάσουν προσφέροντας θέσεις και ανταλλάγματα. Η γενναιοδωρία των χρεοκοπημένων.

Αρκετοί πράγματι ενέδωσαν: Είτε γιατί το φάντασμα της ανεργίας καραδοκούσε απειλητικό πάνω από τα κεφάλια τους είτε γιατί πιστεύουν ότι είναι μάταιο να αγωνίζεσαι ενάντια στις εξουσίες, ακόμη κι όταν αυτές σε προκαλούν με τον πιο βάναυσο τρόπο, είτε γιατί προτίμησαν να συνεργαστούν με τον αντίπαλο παρά να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τους αντιστεκόμενους συναδέλφους τους. Η ρετσινιά «δηλωσίας», πάντως, είναι ισοπεδωτική, γιατί δεν ανήκουν όλοι στην ίδια κατηγορία. Ας αναλογιστούν όσοι την εισηγήθηκαν το παρελθόν αυτής της λέξης και το πόσο κακό έκανε στα δύσκολα χρόνια, τότε που η Αριστερά ήταν στην παρανομία, στις φυλακές και τις εξορίες.

24/7/13

Πετάει η Ολυμπιακή;


Πετάει η Ολυμπιακή;


του kartesios
 

Ο πολιτικός!


Κατά τη διάρκεια της τελετής υπογραφής της σύμβασης μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και της MIG για την Ολυμπιακή, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιάννης Παπαθανασίου έκανε την ακόλουθη δήλωση :
«Σήμερα είναι μια πολύ αισιόδοξη μέρα για την Ελλάδα, μια πολύ αισιόδοξη μέρα για την Ολυμπιακή Αεροπορία. Δίνουμε μια μόνιμη και υγιή λύση σε ένα διαχρονικό πρόβλημα. Όπως είπε και ο συνάδελφος κ. Χατζηδάκης  πριν από λίγο, οι φορολογούμενοι μέχρι τώρα πλήρωναν 350 εκατομμύρια το χρόνο για να διατηρείται η Ολυμπιακή και να λειτουργεί όπως λειτουργούσε και να δημιουργεί τα προβλήματα που δημιουργούσε. Και από τώρα, όχι μόνο δεν θα πληρώνουν οι Έλληνες αυτά τα 350 εκατομμύρια αλλά θα εισπράττουν και 150 εκατομμύρια.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι, επίσης, σαν καταναλωτές θα έχουν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν καλύτερες υπηρεσίες σε μια αγορά των αερομεταφορών, στην οποία λειτουργεί ο υγιής ανταγωνισμός. Η λύση που δίνεται σήμερα δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε αυτονόητη. Η νέα Ολυμπιακή Αεροπορία δεν κουβαλάει τις αμαρτίες της παλιάς και αυτό οφείλεται στο σχέδιο και τους χειρισμούς της κυβέρνησης.

28/4/13

Απολύσεις και πατρωνεία στο δημόσιο τομέα


Απολύσεις και πατρωνεία στο δημόσιο τομέα -Το νέο ρουσφέτι, η μη απόλυση 

του Γιώργου Κατρούγκαλου

Η λογική των νέων, καταστροφικών μέτρων για τη δημόσια διοίκηση αποτελεί τη συνισταμένη δύο διαφορετικών θεσμικών στρατηγικών: της νεοφιλελεύθερης συνταγής για δραστικό περιορισμό του κράτους και της πελατειακής πρακτικής του παλαιοκομματισμού. Όπως έχουν δείξει με ενάργεια οι μελέτες του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, το πελατειακό σύστημα αποτελεί  στη χώρα μας διαχρονική  σταθερά τόσο των κομμάτων όσο και της διοίκησης. 

Αυτό το δομικό χαρακτηριστικό γνώρισε ιδιαίτερη έξαρση κατά την διάρκεια της μετεμφυλιακής περιόδου. Τότε, οι πολιτικές διώξεις εναντίον των ηττημένων πήραν τη μορφή συστηματικών εκκαθαρίσεων, που κατέληξαν στην απόλυση του ενός τρίτου σχεδόν των δημοσίων υπαλλήλων. Προκειμένου να καλυφθούν οι κενές θέσεις, αλλά και να εξαγοραστεί η πολιτική νομιμοφροσύνη πλατύτερων στρωμάτων με μία «θεσούλα», εφαρμόσθηκε ένα σχέδιο εκτεταμένων προσλήψεων σε όλο το δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς το ποσοστό των εργαζομένων σε αυτόν έφτασε σχεδόν το 50% του εργατικού δυναμικού.

Αυτή η εντυπωσιακή επέκταση του κρατικού μηχανισμού δεν συνέπεσε, όπως συνέβη στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, με την επέκταση των δομών του κράτους πρόνοιας.

13/1/13

Περί βίλας…


του Θύμιου Καλαμούκη
 

Είναι πολύ αστείο και διασκεδάζω αφάνταστα όταν μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης θεωρεί τους προσαχθέντες και συλληφθέντες για την βίλα Αμαλία, παράνομους, ύποπτους, οπαδούς της ανομίας, εγκληματικά στοιχεία, κλπ. Και διασκεδάζω επειδή το ίδιο κομμάτι θεωρεί νόμιμους τον Σαμαρά, τον Παπανδρέου, τον Βενιζέλο, τον Παπακωνσταντίνου, όπως νόμιμους θεωρούσε στο πρόσφατο παρελθόν τον Γιάννο Παπαντωνίου και τον Άκη Τσοχατζόπουλο και άλλους τιτάνες της διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης, που έχουν εκλεχθεί από «λαϊκές πλειοψηφίες».
 

Η σχεδόν 20χρονη δημοσιογραφική εμπειρία μου, μου έχει μάθει να ορίζω με διαφορετικό τρόπο από τον συνήθη, έννοιες, όπως νομιμότητα, παρανομία, παραβατικότητα, περιθώριο, ενοχή. Στην δική μου λογική ένοχος δεν είναι ο 20χρονος, που αρπάζει την μολότοφ και την πετάει στην βιτρίνα της τράπεζας. Ένοχος είναι η τράπεζα. Και το λέω αυτό γνωρίζοντας ότι δεν βγαίνει κάτι με το σπάσιμο μιας βιτρίνας, γνωρίζοντας ότι μπορεί κάτω από την κουκούλα να υπάρχει παρακρατικός νεαρός, γνωρίζοντας ότι η κλεψιά των τραπεζών προς τους «πελάτες» τους, δεν θα σταματήσει ούτε με 1000 μολότοφ.

9/1/13

Πολιτική και κοινωνική παρακμή

wefwe-620x270
του Γιώργου Οικονόμου
 
Το νεοελληνικό πολιτικό σύστημα και η κοινωνία βυθίζονται συνεχώς σε γενικευμένη παρακμή, χωρίς κάποια ρωγμή αλλαγής και ανάκαμψης. 

Από την εποχή που ξέσπασε η κρίση το 2008 δεν έχει γίνει καμία ουσιαστική αλλαγή στους θεσμούς που επέτρεψαν και διευκόλυναν την πορεία προς τον γκρεμό. Ούτε το πολιτικό σύστημα είναι πρόθυμο γι αυτό ούτε η κοινωνία δείχνει διάθεση για κάτι παρόμοιο. Επί πλέον η τελευταία επιτρέπει στους υπευθύνους της οικονομικής και πολιτικής χρεοκοπίας να ασκούν ακόμη κυβερνητικό έργο επιτείνοντας έτι περαιτέρω τη θλιβερή κατάσταση. 

Πράγματι, το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει λύση στο πρόβλημα, διότι είναι μέρος του προβλήματος. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ανακυκλώνει το πρόβλημα και τα αδιέξοδα, διότι εκεί βρίσκεται η μόνη ικανότητά του. Δεν έχει εκπαιδευθεί για κάτι άλλο, ούτε έχει την πρόθεση ούτε είναι ικανό να αναζητήσει δημιουργικές αντιλήψεις.

1/7/12

Η ταξική φύση του ναζιστικού κόμματος

του Θ. Παπαρήγα

Το «Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα» (Nazional-Sozialistische Deutsche Arbeiter Partei - NSDAP) ήταν πάντα και έμεινε ως το τέλος το κόμμα που εξυπηρέτησε κατά τον πιο τέλειο, ως τώρα, τρόπο τα συμφέροντα της μεγάλης αστικής τάξης, των κορυφών του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Τέτοιο ήταν και πριν το 1933, και μετά, τέτιο έμεινε και ως τις 9 Μάη 1945.
Αυτό φαίνεται καθαρά από το δείκτη εκείνο που ενδιέφερε πιο πολύ το μονοπωλιακό κεφάλαιο: την πορεία των κερδών. Και δεν μπορεί κανείς να μην παραδεχτεί ότι η κυβέρνηση του ΝSDAP εξασφάλισε συνθήκες εξαιρετικής σε έκταση και βάθος συσσώρευσης κερδών. Η πορεία των τελευταίων υπήρξε πράγματι θεαματική, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας:

Επίσημα κέρδη επιχειρήσεων (εκατομμύρια μάρκα)
1933
1936
1938
6,6
 12,2
 15

Η ναζιστική 12ετία υπήρξε περίοδος ταχύτατης ανόδου των κερδών και των περιουσιών των μεγιστάνων, όπως μαρτυρούν όλα, χωρίς εξαίρεση, τα στοιχεία. Οι κρατικομονοπωλιακές μέθοδοι που τελειοποίησε ή εγκαινίασε το «1000χρονο Ράιχ» δεν ήταν τίποτε άλλο από μια παραχώρηση — συχνά, με φανερά σκανδαλώδη τρόπο— όλης της γερμανικής οικονομίας σε μια χούφτα μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτές οι επιχειρήσεις «τσέπωσαν» τα κολοσσιαία κέρδη της στρατιωτικοποίησης και της δουλικής εκμετάλλευσης των ξένων, ιδιαίτερα «Ανατολικών» εργατών, αλλά και της λεηλασίας όλης της Ευρώπης. 

Αυτή η μυθικών διαστάσεων συσσώρευση — που εμφάνισε και χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου — εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την εντυπωσιακή ανάκαμψη της ΟΔ Γερμανίας μετά το 1945.

14/7/10

Δημοσκοπήσεις και πραγματικότητα

του Κώστα Ανδριανόπουλου

Οι πάντες γνωρίζουν ότι μέσα από τις δημοσκοπήσεις γίνεται «πολιτική» και πως αυτά από καιρό έχουν πάψει να είναι μια απλή τεχνική αποτίμηση της πραγματικότητας που εξαντλείται στην ενημέρωση. Φυσικά, μέσα από τις δημοσκοπήσεις οργανώνονται παιχνίδια, επιδιώκονται κατευθυνόμενες απαντήσεις ή ακόμη και χειραγωγήσεις. Υπάρχει, όμως, πάντα κι ο αντίλογος.
Στη φάση που διανύουμε είναι ένα είδος λαϊκών διαθέσεων και διαθεσιμότητας. Στην περίοδο πολιτικής απονομιμοποίησης, είναι ένα είδος εκπροσώπησης και ακόμη ένα είδος απάντησης στην οργανωμένη μιντιο-ομοφωνία. Ενώ αν τα συμπεράσματά τους ξεφεύγουν από τα κοινότοπα προσφέρουν ενδείξεις σε οπτικές/πρακτικές που ερμηνεύουν, αλλά και συνέχουν κατά τρόπο εναλλακτικό τα πράγματα. Έχουμε λοιπόν, σύμφωνα με δημοσκόπηση στο Βήμα (4/7), πρόθεση ψήφου ΠΑΣΟΚ 23%, Ν.Δ. 15%. Εκθρονίζονται βδομάδα με τη βδομάδα. Τα ποσοστά αυτά που ακόμη και με καθεστωτικούς όρους δηλώνουν πρόβλημα όχι μόνο πολιτικής εκπροσώπησης αλλά και νομιμοποίησης. Πιο δραματικά εκφράζεται η έλλειψη εναλλακτικής.

Πρώτο κόμμα είναι ο «κανένας» που οδεύει μάλιστα προς την απόλυτη πλειοψηφία (πάνω από 40%). Στις συνθήκες αυτές είναι αναγκαία η άμεση παρουσία του λαού για όλα όσα από τα μεγάλα κρίνονται σήμερα με δημοψηφισματικό τρόπο. Τη δυναμική αυτής της απαίτησης κανείς δεν θα μπορέσει να αγνοήσει για πολύ καιρό. Παράλληλα αποδομείται η σχέση των κομμάτων με την κοινωνική και εκλογική τους βάση, και αυτά πρέπει να την ξαναδιεκδικήσουν, κάτι που αφήνει ανοιχτό και απροσδιόριστο το ζήτημα της έκβασης των ενδεχόμενων εκλογών.

Η Αριστερά, σε όλες τις εκδοχές της, μετά από μια περίοδο διατήρησης δυνάμεων, φαίνεται να πέφτει.
Πώς μπορεί να ερμηνευτεί ότι μετά από τέσσερις μήνες μεγάλων κινητοποιήσεων η Αριστερά βλέπει τα δημοσκοπικά ποσοστά της να μειώνονται; Μία ερμηνεία είναι πως αποκαλύπτεται πολιτική καχεξία και έλλειψη ιδεολογικής προπαρασκευής στις συνθήκες της νέας εποχής.

Τα πράγματα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικά όσον αφορά τις περιφερειακές εκλογές. ΠΑΣΟΚ 15%, Ν.Δ. 10%, τυχόν ανεξάρτητος υποψήφιος 20,6%. Διαφαίνεται ότι όπου μπορεί να υπάρξει έστω και υποθετικά εναλλακτική συγκεντρώνει την προτίμηση των πολιτών.
Τέλος, φαίνεται ότι ο κόσμος δεν θέλει εκλογές και δεν μοιάζει να επικροτεί τους νεοεμφανισθέντες σχηματισμούς (Μπακογιάννη, Κουβέλης). Παρότι η στάση αυτή, το «όχι στις εκλογές», εμπεριέχει μια συντηρητική αντίληψη, π.χ. «οι εκλογές κοστίζουν, δεν αντέχουμε κ.λπ», κυρίως δείχνει ότι ο λαός δεν πιστεύει στην πολιτική ανακύκλωση που του προσφέρουν οι κατεστημένες δυνάμεις και όχι μόνο.
Ο κόσμος απορρίπτει τις πολιτικές κινήσεις που δημιουργήθηκαν αγωνιώντας να βρουν τη θέση τους στον εκλογικό χάρτη και την πολιτική γεωγραφία με σκοπούς που εν πολλοίς είναι ιδιοτελείς, ενώ παραμένει ανοιχτό το αίτημα για πολιτικές κινήσεις που θα κατέγραφαν τη δυναμική τους στο χώρο των ιδεών και των πραγματικά φιλολαïκών λύσεων.

Πηγή: e-dromos

4/5/10

Διαφθορά και πολιτικό σύστημα

του Γιώργου Κοντογιώργη


1. Το ζήτημα της διαφθοράς αποτελεί επιμέρους παράγραφο που ανάγεται στο μείζον κεφάλαιο της ιδιοποίησης της πολιτικής. Η ιδιοποίηση της πολιτικής συντρέχει, με τη σειρά της, εκεί όπου το πολιτικό σύστημα ή, έστω, η πολιτική σχέση, δεν έχει «ιδιοκτησιακή» θεμελίωση. Δεν τίθεται θέμα ιδιοποίησης της πολιτικής και, περαιτέρω, διαφθοράς, εκ μέρους του φορέα της πολιτικής εξουσίας, εάν ο τελευταίος ενσαρκώνει δυνάμει ενός αυτοτελούς δικαιώματος το πολιτικό σύστημα. Ο δεσπότης, στην ιδιωτική (πχ στο φέουδο) ή στην κρατική (στην ασιατικού τύπου) δεσποτεία, και, οπωσδήποτε, ο δήμος στη δημοκρατία, μπορεί να πολιτεύονται εσφαλμένα, να είναι σπάταλοι κλπ, δεν είναι όμως υπόλογοι ιδιοποίησης ή διαφθοράς, αφού η πολιτική λειτουργία και το προϊόν της πολιτικής τους ανήκει εν είδη ιδιοκτησίας. Επομένως, η έννοια της ιδιοποίησης ή, ειδικότερα, της διαφθοράς, προσιδιάζει στο πολιτικό σύστημα (ή στην πολιτική σχέση) που εδράζεται στην αντιπροσωπευτική αρχή ή που περιέχει μιαν έστω γενική αναφορά σε ένα δικαιούχο της πολιτικής, άλλον από τον πραγματικό της κάτοχο. Προϋποθέτει, με διαφορετική διατύπωση, τη σχέση εντολέα - εντολοδόχου και, συνακόλουθα, την υπέρβασή της.

Υπό την έννοια αυτή, η διαφθορά επιδέχεται δύο προσεγγίσεις: η μία, ηθική, η άλλη, πολιτική.

Η ηθική προσέγγιση της διαφθοράς αναπέμπει το όλο ζήτημα σε ένα σύστημα κανόνων συμπεριφοράς, που έχουν ως συνισταμένη, αφενός, την παραδοχή ότι ο άνθρωπος έχει από τη φύση του τη δυνατότητα της ηθικής λειτουργίας και, αφετέρου, ότι η τήρηση του ηθικού κανόνα εναπόκειται στην αυτοδέσμευση του υπευθύνου . Κατά τούτο, η ηθική προσέγγιση της διαφθοράς στην πολιτική, αντιλαμβάνεται την ηθική αυτή καθεαυτή ως μέρος της ατομικής συνείδησης και, κατ’επέκταση, την πολιτική λειτουργία ως προϊόν προσωπικής «χρέωσης» του φορέα και όχι ως σχέση που τον συνέχει με τον εντολέα. Η πρόσληψη όμως αυτή της πολιτικής αντιβαίνει την ίδια τη λογική της, ως του φαινομένου που συγκροτεί την έννοια της συνολικής κοινωνίας.

Η επισήμανση αυτή δεν υποδηλώνει ότι απουσιάζει από την πολιτική λειτουργία το ηθικό της πρόσημο. Υποδηλώνει, απλώς, ότι το πολιτικό σύστημα συναντάται με την ηθική, κάθε φορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, ανάλογα με το πεδίο της σχέσης που συνέχει τον εντολέα με τον εντολοδόχο. Πράγμα που σημαίνει, επίσης, ότι δεν υπάρχει μια, αλλά πολλές εκδοχές της πολιτικής ηθικής, όσες και οι προσλήψεις του πολιτικού φαινομένου ή, με διαφορετική διατύπωση, όσοι και οι τύποι των πολιτικών συστημάτων.

Οπότε όμως, το πρόβλημα εστιάζεται, όχι στην προσωπική συνείδηση ή αυτοδέσμευση του φορέα της πολιτικής λειτουργίας, αλλά στη δυνατότητα της ύπαρξης ή μη ενός συμπαγούς κανονιστικού περιβάλλοντος της ηθικής συμπεριφοράς και, κατ’επέκταση, στις δικλείδες ασφαλείας του συστήματος. Οι δικλείδες αυτές συναρτώνται από το είδος της σχέσης μεταξύ του δικαιούχου της πολιτικής και του φορέα της εξουσίας, καθώς από αυτό θα κριθεί αν το σύστημα μπορεί να ελαχιστοποιήσει τη δυνατότητα του τελευταίου να παρεκκλίνει από το ηθικό διατακτικό της κοινωνίας ή αν η εφαρμογή του θα αφεθεί τελικά στην καλή προαίρεση του εντολοδόχου.

Η ηθική προσέγγιση της πολιτικής λειτουργίας ευδοκιμεί βασικά στις κοινωνίες, δηλαδή σε εποχές που η πολιτική είναι δομημένη με όρους εξουσιαστικής αυτονομίας, διατηρεί όμως μια ενδιάθετη έστω αναφορά στο κοινωνικό σώμα. Η κοινωνία, στην περίπτωση αυτή, επικαλείται την ηθική ως υποκατάστατο της αδυναμίας της να προσεγγίσει το ζήτημα της διαφθοράς και ευρύτερα της ιδιοποίησης με πολιτικούς όρους.

Η πολιτική προσέγγιση της διαφθοράς, αντιθέτως, προϋποθέτει, κατ’ελάχιστον, το αντιπροσωπευτικό πρόσημο της πολιτικής εξουσίας. Ο πολιτικός, εν προκειμένω, ασκεί λειτουργία εντολοδόχου, δεν είναι δικαιούχος της πολιτικής. Δεν ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου εντολέως. Δεν νοείται, επομένως, όπως είδαμε, το επιχείρημα της διαφθοράς στην περίπτωση του εντολέα, του δεσπότη ή του δήμου.

Το αξίωμα αυτό προδικάζει ότι στο πολιτικό σύστημα συναντώνται ο εντολέας και ο εντολοδόχος σε μια σχέση όπου ο πρώτος εξουσιοδοτεί τον δεύτερο να πραγματοποιήσει ορισμένο έργο: ειδικότερα, να διαχειρισθεί την πολιτική λειτουργία της κοινωνίας.

Στη σχέση αυτή, ο εντολέας επιλέγει τον εντολοδόχο, ορίζει τον χρόνο και το περιεχόμενο της εντολής, διατηρεί το δικαίωμα του πλήρους ελέγχου των σταδίων υλοποίησης της εντολής και, βεβαίως, μπορεί ανά πάσα στιγμή να την ανακαλέσει ή να υποχρεώσει τον εντολοδόχο να εναρμονισθεί με τη βούλησή του. Ο εντολοδόχος υπέχει ευθύνη για την ενδεχόμενη βλάβη, που θα προκαλέσει στον εντολέα. Βλάβη, η οποία μπορεί να προέλθει είτε από μια καταχρηστική ιδιοποίηση της θέσης του, είτε λόγω της εσφαλμένης πολιτικής, που ακολούθησε ή υπέβαλε τον εντολέα. Η ευθύνη αυτή δεν συμψηφίζεται με την ανάκληση της εντολής. Είναι ανεξάρτητη, υποκείμενη μόνον στον έλεγχο της δικαιοσύνης. Ο εντολέας δύναται να μεταβάλει ελευθέρως το περιεχόμενο της εντολής – τον σκοπό της πολιτικής – όχι ο εντολοδόχος.

Τα ανωτέρω θεμέλια της αντιπροσωπευτικής σχέσης αποτελούν συγχρόνως τον καταλύτη για τη συγκρότηση του πολιτικού συστήματος, με όρους ‘δημοσιότητας’, έτσι ώστε να αποτρέπεται η λογική της ιδιοποίησης του δημοσίου χώρου και συνεπώς, η όποια ενδιάθετη τάση του πολιτικού προσωπικού να υποκύπτει στη διαφθορά.

Είναι όμως εμφανές ότι το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας δεν εγγράφει στα θεμέλιά του τη συνάντηση του εντολέα με τον εντολοδόχο. Και οι δύο αυτές ιδιότητες κατέχονται εξ ολοκλήρου από το κράτος, οπότε και οι ιδιότητες του ελεγκτή και του ελεγχόμενου συμπίπτουν στον ίδιο φορέα, δηλαδή στον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας.

Η μη αντιπροσωπευτική θεμελίωση του νεοτερικού πολιτικού συστήματος ενισχύεται από την πρόταξη ως σκοπού της πολιτικής ρευστών εννοιών, όπως του «γενικού» ή του «εθνικού» συμφέροντος, των οποίων η συγκεκριμενοποίηση ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική εξουσία του κράτους, καθώς αυτή κατέχει, όπως είδαμε, την ιδιότητα του εντολέως. Η κοινωνική βούληση ή το κοινωνικό συμφέρον απουσιάζουν από το σκοπό της πολιτικής.

Απόρροια του γεγονότος αυτού είναι ότι η πολιτική ως πράξη (δηλαδή το αποτέλεσμα της πολιτικής) και η πολιτική τάξη (εν προκειμένω, οι φορείς της πολιτικής λειτουργίας), τοποθετούνται υπεράνω του νόμου, δεν υπόκεινται στη δικαιοσύνη. Η έννοια του πολιτικού δικαίου είναι άγνωστη ή, μάλλον, αφορά αποκλειστικά, σε ορισμένες πτυχές της δυναμικής αμφισβήτησης της πολιτικής κι όχι στον φορέα του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία, ο πολίτης, ως μη εντολείς, δεν θεωρείται ότι έχουν έννομο συμφέρον να εγκαλέσουν την πολιτική τάξη για τυχόν βλάβη που τους προξένησε. Μάλιστα, η ασυλία, ως έννοια, καλύπτει και τα αδικήματα που αφορούν στο κοινό ή ιδιωτικό δίκαιο. Έτσι, ενώ στον ιδιωτικό ή κοινωνικό βίο αναγνωρίζεται ρητώς η υποχρέωση για την αποκατάσταση της βλάβης, που υφίσταται ο εντολέας από τον εντολοδόχο, στην πολιτική η ρήτρα αυτή, όχι μόνον δεν συντρέχει, αλλά και συμψηφίζεται, εν αντιθέσει προς την αντιπροσωπευτική αρχή, με την εκλογική διαδικασία. Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι, ευλόγως, το πολιτικό έγκλημα – το έγκλημα του εντολοδόχου ή και του απλού ρήτορα - τιμωρείται αυστηρότερα, στη δημοκρατία - θα πρόσθετα και στην αντιπροσωπευτική πολιτεία -, επειδή προκαλεί συλλογική, άρα μεγαλύτερη βλάβη, απ’ότι το κοινό έγκλημα (2).

Η αναγωγή της πολιτικής ευθύνης, από πρόβλημα δικαίου (και δικαιοσύνης), σε ζήτημα πολιτικής εναλλαγής στην εξουσία, δημιουργεί απλώς πλάσμα ευθύνης καθώς είναι σαφές ότι η «εκλογή» συνιστά «επιλογή» διακυβέρνησης για το μέλλον, όχι απονομή δικαιοσύνης. Κατά τούτο, η έννοια της πολιτικής κριτικής, αποτελεί άσκηση ατομικής ελευθερίας, δεν υποβάλει τον κρινόμενο στη δοκιμασία της δικαιϊκής ευθύνης. Πολιτική αυτονομία και πολιτική ασυλία της κρατικής εξουσίας, απουσία πολιτικού δικαίου και, συνακόλουθα, δικαιϊκής ευθύνης της πολιτικής εξουσίας, σκοπός της πολιτικής που ορίζει κατά βούληση η πολιτική τάξη, πολιτικό προσωπικό που ενσαρκώνει εν λευκώ τις ιδιότητες του εντολέα και του εντολοδόχου, του ελέγχοντος και του ελεγχομένου, συνθέτουν το πολιτειακό θερμοκήπιο της ιδιοποίησης και της διαφθοράς στο περιβάλλον της νεοτερικότητας.

2. Το πολιτειακό αυτό περιβάλλον επιβαρύνεται από το γεγονός ότι και οι ελάχιστες θεσμικές πρόνοιες, που κατέλειπε το ύστερο φεουδαλικό παρελθόν – με πρώτη τη διάκριση των εξουσιών – έχουν περιέλθει ουσιαστικά σε αχρησία, αφού με την ανθρωποκεντρική ενοποίηση της κοινωνίας, ο κάτοχος της πλειοψηφίας στις εκλογές, κατέχει αδιαίρετα το σύνολο των εξουσιών: ελέγχει τη Βουλή, την κυβέρνηση και, φυσικά, τον κρατικό μηχανισμό. Ώστε, ο κάτοχος της πλειοψηφίας και, εντέλει, ο ηγετικός πυρήνας του κόμματος αποβαίνει πολιτικός αυθέντης της κρατικής εξουσίας.

Το πρόβλημα ετίθετο με μικρότερη οξύτητα στο παρελθόν καθώς οι ιδεολογίες της ανθρωποκεντρικής πρωτο-οικοδόμησης (η φιλελεύθερη και η σοσιαλιστική) δημιουργούσαν τη συνθήκη μιας σχετικής, εξωθεσμικής και έμμεσης, αντιπροσωπευτικής συνάντησης της κοινωνίας με τους φορείς της κρατικής εξουσίας. Η παρέλευση της φάσης αυτής και, ιδίως, ο συνδυασμός του μετα-κυρίαρχου κράτους, που επάγεται η «παγκοσμιοποίηση», με την πρόταξη της αρχής της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» (ή όπως, ευφημιστικά, αποδίδεται νεοελληνιστί, της «κοινωνίας πολιτών»), ως θεμελιώδους εταίρου του πολιτικού συστήματος, δεν ανέδειξε μόνον τις αδυναμίες της μη αντιπροσωπευτικής υποστασιοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Σηματοδότησε την ολοσχερή υποταγή του πολιτικού προσωπικού στους συσχετισμούς της ιδιωτικής ισχύος.

Όντως, η «διαμεσολαβημένη κοινωνία» υπόσχεται τη συγκρότηση της πολιτικής σύνθεσης στο επίπεδο του συσχετισμού των ομάδων συμφερόντων με την εξουσία, κι όχι μέσω μιας συνάντησης της τελευταίας με την κοινωνία, με πρόσημο την αντιπροσωπευτική αρχή. Συγχρόνως, οι θιασώτες της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» δεν αποκρύπτουν την αποστροφή τους προς κάθε θεσμική συμμετοχή του κοινωνικού σώματος στην πολιτική διαδικασία. Η έννοια της πολιτικής συμμετοχής ορίζεται ταυτολογικά με την αγελαία προσχώρηση της ιδιωτικής κοινωνίας στις δυνάμεις της διαμεσολάβησης ή ως «εξωπολιτειακή» αμφισβήτηση, όχι υπό το πρίσμα μιας διαρκούς πολιτειακής συγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δηλαδή της μεταβολής του σε δήμο. Εξού και ο πολίτης, που δεν έχει να επιδείξει μια διαμεσολαβητική ιδιότητα, δεν προσλαμβάνεται ως μέλος του πολιτικού συστήματος, δεν διαθέτει καν δικαίωμα δημοσίου λόγου και, οπωσδήποτε, στο μέτρο που δεν καταγράφεται ως εντολέας, δεν νομιμοποιείται, ως έχων έννομο συμφέρον, στην πολιτική.

Τέλος, το και σπουδαιότερο, η αντιμετώπιση της πολιτικής ως σχέσης δύναμης, που συνεπάγεται η έννοια της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας», δημιουργεί το κλίμα μιας εξωθεσμικής, σε περιβάλλον παρασκηνίου, λειτουργίας της πολιτικής διαδικασίας, η οποία «στρώνει» κυριολεκτικά το έδαφος για την καταλυτική ομηρία του πολιτικού προσωπικού.

Η ομηρία αυτή, απόρροια της μη αντιπροσωπευτικής θωράκισης της πολιτικής εξουσίας έναντι των κατόχων οικονομικής, κοινωνικής και επικοινωνιακής ισχύος, καθώς και των προκλήσεων που συνεπάγεται η προσωποπαγής διαχείριση ενός μείζονος αντικειμένου, όπως η πολιτική, του οποίου ο δικαιούχος παραμένει ασαφής, εμφανίζεται στις μέρες μας ως συμφυές γνώρισμα του πολιτικού συστήματος. Εννοώ μ’αυτό ότι η φύση του πολιτικού συστήματος δεν διευκολύνει απλώς την ιδιοποίησή του (οικονομικού κλπ.) αντικειμένου της πολιτικής. Η ίδια η λογική του εγγράφει την εξάρτηση του πολιτικού προσωπικού, από τους φορείς της οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος, ως συστατικό του γνώρισμα. Οι φορείς αυτοί – με απλούστερη διατύπωση οι ισχυροί της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» – καλούνται να στηρίξουν το κόμμα ή/και τους επιμέρους πολιτικούς – με αντάλλαγμα την ανάλογη εκχώρηση μεριδίου του δημοσίου χώρου. Όντως, η πολιτική παρουσία ενός κόμματος – ιδίως αυτού που φιλοδοξεί να ανέλθει στην εξουσία – και του σημαίνοντος πολιτικού προσωπικού, συναρτώνται άμεσα από το διαθέσιμο χρήμα και τον επικοινωνιακό χρόνο που τους εκχωρείται από την ιδιωτική σφαίρα. Είναι προφανές ότι οι «χορηγοί» χρήματος ή επικοινωνίας δεν αλλοιώνουν μόνον την ιδεολογία και το πρόγραμμα του κόμματος, μεταβάλουν τον πολιτικό και το κόμμα σε προσωπικό τους «πελάτη». Στο ισοζύγιο της πολιτικής ή εκλογικής επιρροής, η πελατειακή διαπλοκή του πολιτικού προσωπικού αποτελεί την καταλυτική προϋπόθεση της όποιας φιλοδοξίας.

Εντούτοις, η διαφορά ανάμεσα στην οικονομική και στην επικοινωνιακή διαπλοκή είναι θεμελιώδης: η πρώτη, οδηγεί βασικά στην ιδιοποίηση μέρους του δημοσίου αγαθού• η δεύτερη, προάγει την ιδιοποίηση της ίδιας της πολιτικής και, ως εκ τούτου, οδηγεί στην ιδιοποίηση και, συνάμα, στην ομηρία της κοινωνίας (2).

Πόσο συμφυές με το σύστημα είναι το φαινόμενο της πελατειακής διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού, προκύπτει από το γεγονός ότι, αντί θεραπείας, επιχειρείται γενικώς η νομιμοποίησή του, η ενσωμάτωση της διαφθοράς (και της διαπλοκής) στις λειτουργίες του: είτε κανονικοποιώντας την ιδιωτική «χορηγία» είτε εισάγοντας συμπληρωματικά τη δημόσια «χορηγία». Η νομιμοποίηση της πελατειακής διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού, όχι μόνον δεν εμποδίζει την αφανή χρηματοδότηση, αλλά και συνομολογεί για τη μεταβολή των κομμάτων και της πολιτικής τάξης σε εντολοδόχους των ιδιωτών, κατόχων οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος. Όντως, η επισημοποίηση της«χορηγίας» αποποινικοποιεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά που υποκρύπτει και θεσμοθετεί, συγχρόνως, την εξάρτηση και την αλλοίωση του σκοπού της πολιτικής.

Από την πλευρά της, η δημόσια «χορηγία» υπονοεί ότι το κόμμα και η πολιτική τάξη αναγνωρίζονται ως θεσμοί δημοσίου δικαίου. Συνεπάγεται, ως εκ τούτου, το δικαίωμα του «χορηγού» να ελέγχει τους αποδέκτες της, τόσο ως προς τον τρόπο της διαχείρισης, όσο και για την εκπλήρωση του σκοπού της πολιτικής, που την επέβαλε. Συνεπάγεται, εντέλει, τη δημοκρατική ανα-συγκρότηση και λειτουργία του κόμματος ως δημόσιου θεσμού και όχι τη λειτουργία του ως κλειστής λέσχης. Πράγμα που, όμως, η άρχουσα πολιτική τάξη δεν είναι έτοιμη να αποδεχθεί, καθώς το κόστος λειτουργίας του συστήματος είναι απαγορευτικό για να γίνει διαφανές και το διακύβευμα της πολιτικής εξουσίας ασύμμετρο, σε σχέση με την κοινωνική της αναφορά.

3. Το δεύτερο επίπεδο της διαφθοράς του δημοσίου χώρου αφορά στο διοικητικό προσωπικό, στη διάχυση της διαφθοράς στον μη πολιτικό κρατικό μηχανισμό. Ενώ η («νόμιμη» ή μη) διαφθορά, που συνέχεται με το πολιτικό προσωπικό, αποτελεί καθολικό φαινόμενο, η διαφθορά του κράτους απαντάται με διαφορετική ένταση και συχνότητα, από χώρα σε χώρα.

Η διαφθορά του κρατικού μηχανισμού θεωρείται ως, καταρχήν, γνώρισμα των χωρών της «περιφέρειας» και αποδίδεται στη χαμηλή αμοιβή της εργασίας, στη σαθρότητα του πολιτικού συστήματος και του κρατικού μηχανισμού. Οι χώρες του «κέντρου» θεωρούνται μεν εξαγωγείς διαφθοράς στην «περιφέρεια», οι ίδιες όμως αξιολογούνται θετικά, ότι δηλαδή δεν έχουν μολυνθεί από το σύμπτωμα αυτό. Η σχολή αυτή σκέψης, που διακινείται ιδίως από τη λεγόμενη «αναπτυξιακή θεωρία», συναρτά τη διαβάθμιση της διαφθοράς από το αναπτυξιακό κριτήριο. Παίρνει δηλαδή ως δεδομένο ότι η οικονομική ανάπτυξη συμβαδίζει εξ ορισμού με την πολιτική ανάπτυξη και πως, συνακόλουθα με αυτό, η διαφθορά συνάδει με την υπανάπτυξη. Πέραν του λογικού και γνωσιολογικού σφάλματος που υφέρπει στη γενίκευση αυτή, συγκρατούμε το επιχείρημά της ότι οι μη αναπτυγμένες χώρες συσσωρεύουν όλες τις προϋποθέσεις της διαφθοράς, εν αντιθέσει προς τις πλέον αναπτυγμένες, που είναι ουσιαστικά αδιάφθορες. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή δεν είναι μόνον αυθαίρετη, όπως άλλωστε αποκαλύπτει η απογύμνωση του πολιτικού συστήματος της νεοτερικότητας από τις προφανείς «αλήθειες», οι οποίες συγκαλύπτουν το έλλειμμα αντιπροσώπευσης που το διακρίνει, είναι και παραπλανητική. Αποσιωπά, επίσης, την ουσία του προβλήματος, λειτουργώντας απολογητικά προς τις σταθερές που συντηρούν τη διαπλοκή και, εντέλει, αφήνει το πλαίσιο της διαφθοράς ανέπαφο και, λίγο πολύ, νομιμοποιημένο (3).

Η εκτίμηση αυτή είναι εσφαλμένη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν συνεκτιμά την τυπολογία της πολιτικής, παρακάμπτει το μείζον ερώτημα του ποιος και πώς ορίζει το περιεχόμενο της διαφθοράς και, ουσιαστικά, συνομολογεί ότι συναρτάται από τους «κώδικες» – συνενοχών, δημοσιότητας κλπ. – μέσω των οποίων υποστασιοποιείται το φαινόμενο της διαφθοράς. Σε κάθε περίπτωση όμως, θεωρώ ότι η γενίκευση της διαφθοράς στον κρατικό μηχανισμό είναι θέμα χρόνου.

Όντως, η μετάβαση από τις ιδεολογίες της ανθρωποκεντρικής πρωτο-οικοδόμησης στη δυναμική της κοινωνικής αναδιανομής μεταβάλει ριζικά τη διαμεσολαβητική λειτουργία της πολιτικής τάξης και, επέκεινα, τον ίδιο το σκοπό του κράτους. Το στέλεχος του κρατικού μηχανισμού διακρίνει στη θέση που κατέχει ολοένα περισσότερο την προσωπική του ευδοκίμηση, καθώς η ιδέα μιας αποστολής, που συνέχεται με την κοινωνία, υποχωρεί υπέρ των συμφερόντων, τα οποία διακινεί η πολιτική τάξη. Η τελική οικοδόμηση της συνάφειας αυτής, του φορέα του κρατικού μηχανισμού με τους «εννόμους» συνομιλητές του, προόρισται να γίνει, αναπόφευκτα, στο περιβάλλον της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας».

Η ελληνική περίπτωση έχει, ως προς αυτό, μια σημαίνουσα πειραματική αξία. Η ελληνική κοινωνία, μην έχοντας βιώσει τη φεουδαρχία, δεν άφησε στις ιδεολογίες της πρωτο-οικοδόμησης πρόσφορο έδαφος να ευδοκιμήσουν στον χώρο της. Τούτο εξηγεί, εν μέρει, γιατί το νεοελληνικό κράτος λειτούργησε, εξαρχής, κυρίως ως πεδίο αναδιανομής του κοινωνικού ή οικονομικού αγαθού και, κατ’επέκταση, ως θερμοκήπιο για τη διαφθορά και, ελάχιστα, ως «επιχειρησιακή» έννοια. Ο πολίτης, στο πλαίσιο αυτό, αφού δεν συγκροτούσε πολιτειακή οντότητα, αφέθηκε να διαπραγματευθεί την ψήφο του στο δυσμενές περιβάλλον της προσωπικής εξάρτησης που δημιουργεί η πολιτικά κυρίαρχη εξουσία. Η ανάδειξη της πολιτικής πελατείας – τη φορά αυτή ανάμεσα στον πολιτικό και στον πολίτη - σε σύστημα αποκαλύπτει ακριβώς τη δυσαρμονία της πολιτικής εξουσίας προς το πολιτικό ανάπτυγμα της κοινωνίας κι όχι το αντίθετο, όπως γενικά πιστεύεται(3).

Το κόμμα, στο πλαίσιο αυτό, ουδέποτε χρειάσθηκε να διακινήσει στα σοβαρά την ιδεολογική του «πραμάτεια», κατά το νεοτερικό πρότυπο. Η ενσάρκωση του δημοσίου χώρου από το κράτος δεν θα ευδοκιμήσει στην Ελλάδα, αφού ο σκοπός της πολιτικής – και άρα του κράτους – θα είναι διαφορετικός από τις χώρες της μετα-φεουδαλικής μετάβασης. Δημόσιο, στον νέο ελληνικό πολιτικό πολιτισμό, παραμένει το «κοινό», που διαφοροποιείται σαφώς από τον α-σώματο δεσπότη, το κράτος. Κατά τούτο, το κόμμα θα ταυτισθεί εξαρχής με το κράτος και κατ΄ επέκταση με το πολιτικό σύστημα, έτσι ώστε το τελευταίο να μπορεί να αποδοθεί ως κομματοκρατία (2).

Η κομματοκρατία ως η μεταϊδεολογική εκδοχή του νεοτερικού κράτους και, όντως, του μη αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος, προβάλει το κόμμα ως τη συνισταμένη πάνω στην οποία αρθρώνεται η σχέση του ιδιώτη-πολίτη με την πολιτική. Μια σχέση, επομένως, η οποία συγκροτείται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπου η κοινωνία συμπεριφέρεται δίκην εντολέως και, συνακόλουθα, με γνώμονα την πολιτική ατομικότητα - αντί της μαζικής πολιτικοποίησης - ενώ την ίδια στιγμή δεν της αναγνωρίζεται η ιδιότητα του θεσμικού εταίρου της πολιτείας, αφού η πολιτική συγκροτείται με όρους αυτονομίας. Το σύστημα αυτό, όπου ο σκοπός του κόμματος μεταλλάσσεται σε σκοπό της πολιτικής (του κράτους), αποκαλύπτει, κατά τρόπο διαυγή, τις πηγές της διαπλοκής και συνακόλουθα της διαφθοράς. Η περίπτωση του «ανδρεϊκού» ιδίως ΠΑΣΟΚ αποτελεί, τρόπον τινά, μια υστεροχρονισμένη, ακραία εκδοχή, του συστήματος αυτού.

4. Συμπεραίνεται ότι η διαπλοκή και η διαφθορά αποτελούν συμφυή στοιχεία του νεοτερικού και, ουσιαστικά, του προ-αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Αυτό υποδηλώνει ότι, διατηρώντας το σύστημα, κάθε μέτρο για την εξάλειψή τους δεν μπορεί παρά να έχει απλώς επιδιορθωτικό χαρακτήρα, ενώ η ουσιαστική τους κατάργηση παραπέμπει με ακρίβεια σε ένα άλλο πολιτικό σύστημα. Αυτό το άλλο πολιτικό σύστημα, θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, η δημοκρατία, στο μέτρο που η τελευταία, εστιασμένη στον αντίποδα των συστημάτων εξουσίας, επαγγέλλεται είτε την ολοκληρωτική κατάργηση του αντιπροσωπευτικού θεσμού είτε τον περιορισμό του σε έναν ρόλο «θεραπαινίδας» του δήμου.

Όμως, το σύστημα αυτό ανήκει στο απόμακρο μέλλον, οπότε μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το ζήτημα της διαπλοκής και της διαφθοράς, συνέχεται με τη μετάλλαξη του προ-αντιπροσωπευτικού σε απλώς αντιπροσωπευτικό σύστημα, που, καθόλες τις ενδείξεις, διαγράφεται στον ορίζοντα, ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης της πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης των νεοτερικών κοινωνιών. ΄Οντως, όπως είδαμε, η αντιπροσωπευτική αρχή συνεπάγεται την απόδοση στην κοινωνία της ιδιότητας του εντολέα και την, ως εκ τούτου, πολιτειακή της μετάλλαξη σε δήμο, σε εταίρο της πολιτείας. Ωστόσο, είναι προφανές ότι και η αντιπροσώπευση εγγράφεται ως σχετικά μακρινή προοπτική, διότι δεν αποτελεί κοινωνικό αίτημα του σήμερα. Η αντίφαση, εν προκειμένω, έγκειται στο ότι ενόσω το πρόβλημα της πολιτειακής μεταβολής παραμένει εκκρεμές, το αίτημα της καταπολέμησης της διαφθοράς θα τίθεται κυρίως στην ηθική του βάση και όλως δευτερευόντως πολιτικά, σε ένα πλαίσιο, επομένως, που θα αναιρεί αυτόχρημα τη λογική του.

Υπό αυτή την έννοια, η επίλυση του προβλήματος, εκτιμώ ότι αποτελεί, επί της ουσίας, επιχείρημα της πολιτικής διαπάλης, όχι όμως και ζητούμενο στις μέρες μας.

Σημειώσεις
1. Για την ηθική προσέγγιση της πολιτικής διαφθοράς βλέπε, μεταξύ άλλων, Yves Meny, La corruption de la République, Paris, 1992.
2. Βλέπε σχετικά, τις μελέτες μου, «Μέσα επικοινωνίας και δημοκρατία», Λ.Βάσση (επιμ.), Μέσα επικοινωνίας και πολιτισμός, Αθήνα, 2004. «Μέσα επικοινωνίας και πολιτική», Επικοινωνία, Αθήνα, 1996, σελ.30 επ. «Η τηλεόραση στο πολιτικό σύστημα», Για μια δημοκρατική ραδιοτηλεόραση (συλλογικό), Αθήνα, 1986, σελ. 17-28. « Système de communication et système d’échange. La télévision », P.Claeys, André Frοgnier (eds), L’échange politique, Bruxelles, 1995, σελ. 147-161.
3. Βλέπε σχετικά, Γ.Κοντογιώργη, «Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα», στο Τετράδια Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 4/2004


αναδημοσίευση από τον μυριόβιβλο