21/5/12

«Ευρώ ή χάος»;

(ή τίποτα από τα δύο;)

του Γιώργου Καλαμπόκα

«Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού!»[1]. Με αυτή την φράση επέλεξε να μας παρουσιάσει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ «πέντε δοκίμια για την 11η Σεπτεμβρίου και άλλες συναφείς ημερομηνίες», ένα βιβλίο στο οποίο επιχειρεί να μιλήσει για τα μεγάλα διλήμματα που τίθενται στην ιστορία και την κοινωνία με όρους επιτακτικούς. Η ίδια φράση θα μπορούσε να περιγράψει κάπως μυστηριακά και τα διλήμματα στα οποία πρέπει να απαντήσει κανείς αναλύοντας την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση…

Και είναι αλήθεια: σε περιόδους τέτοιας βαθιάς συστημικής κρίσης, οι ιδεολογικές αναπαραστάσεις με τις οποίες οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής τους τείνουν να γίνονται ολοένα και λιγότερο φαντασιακές[2]. Η πίεση της πραγματικότητας περνάει σε πρώτο πλάνο και η ένταξη μέσα σε ιδεολογικά σύνολα και σχηματισμούς που «υπόσχονται» τη δυνατότητα προσωπικής ή συλλογικής ευημερίας σε επόμενο χρόνο, κατόπιν βραχυπρόθεσμων θυσιών, υποχωρούν. Όμως, αυτό το «φαινόμενο» δεν συνίσταται σε παραδοξότητα. Αντιθέτως, ουσιαστικά αντανακλά και το μέγεθος του διακυβεύματος. Και όπως σε κάθε κρίση, έτσι και στην παρούσα, έτσι και στη χώρα μας, το μέγεθος του διακυβεύματος είναι τεράστιο, ίσως το πιο σημαντικό για ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων όπως το καπιταλιστικό: η δυνατότητα διατήρησης των όρων αναπαραγωγής του, όχι απλώς της κερδοφορίας του, αλλά της σταθερότητάς του.

Κερδοφορία και σταθερότητα / λογιστική και πολιτική

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι πάντα σε πρώτο πλάνο η κερδοφορία για το κεφάλαιο; Εδώ, ο Μπέντζαμεν Κοριά έχει να προσφέρει στη συζήτηση. Στο σημαντικό βιβλίο του Επιστήμη, Τεχνική και Κεφάλαιο, που γράφτηκε το 1976[3], λίγο μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, αλλά και λίγα μόλις χρόνια μετά τα κινήματα του Μάη του ’68, ο Κοριά σπεύδει να διατυπώσει την, σχετικά καινοφανή για έναν οικονομίστικο μαρξισμό, θέση ότι η παραγωγική διαδικασία (το προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου, όπως το αναφέρει) κατά την περίοδο της ουσιαστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, οργανώνεται από το ίδιο το κεφάλαιο κάτω από δύο καθοριστικά κριτήρια: α) την κερδοφορία του, β) την εξασφάλιση της απρόσκοπτης συνέχισης της διευρυμένης αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης. Αυτό ειδικά, για τον Κοριά, συνίσταται στην οργάνωση της παραγωγής καταρχήν με όρους υποταγής των άμεσων παραγωγών στις προτεραιότητες της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής (τέτοιος είναι κατά βάση η Τεϊλορική-Φορντική Οργάνωση Εργασίας, η αλυσίδα παραγωγής), δηλαδή με την προτεραιότητα όχι της παραγωγικότητας, αλλά της εξασφάλισης της ευστάθειας τους ίδιου του συστήματος.

Άλλωστε, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η παρούσα οργάνωση της εργασίας είναι η πιο παραγωγική για το καπιταλιστικό σύστημα. Αντιθέτως, τα παραδείγματα του κατειλημμένου εργοστασίου της Ρενό την περίοδο του γαλλικού Μάη ή της Φίατ κατά την αντίστοιχη περίοδο στην Ιταλία δείχνουν ότι ακόμη και υπό την παρούσα (καπιταλιστική) ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής μπορεί να υπάρξουν πιο παραγωγικές ή κερδοφόρες μορφές οργάνωσης της εργασίας. Όμως αυτές δεν πληρούν τη βασική παράμετρο, αυτήν της υποταγής του άμεσου παραγωγού στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, δεν τεμαχίζουν την εργατική δύναμη, δεν την αποξενώνουν από το προϊόν του μόχθου της, εξού και δεν επιλέγονται. Εν ολίγοις, το κριτήριο της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας δεν είναι τα καθοριστικά για τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας στο πλαίσιο της καπιταλιστικής παραγωγής, παρά μόνο στο βαθμό που πληρείται το πιο δομικό ακόμη κριτήριο, αυτό της εύρυθμης λειτουργίας και αναπαραγωγής του συνολικού συστήματος παραγωγής του προϊόντος.

Αν μπορούσαμε να κάνουμε μια κάπως χοντροκομμένη, αλλά νομιμοποιημένη, θεωρούμε, μεταφορά, θα λέγαμε ότι κάπως έτσι λειτουργεί και η αστική πολιτική εξουσία. Όσο δεν συνίσταται απέναντί της ένα τέτοιο πολιτικό κίνημα ή υποκείμενο που να θέτει υπό διακύβευση τις βασικές της επιλογές, τη δυνατότητά της δηλαδή να εγγυάται τη διευρυμένη αναπαραγωγή και κερδοφορία του συνολικού συστήματος και την κυριαρχία των πολιτικών του προτεραιοτήτων απέναντι στην κοινωνία, τότε συνήθως επιστρατεύεται η πειθώς των αριθμών, οι οποίοι παρουσιάζονται ως αντικειμενικοί, ως απλά νούμερα, χωρίς να φανερώνονται οι πολιτικές προτεραιότητες και τα διακυβεύματα που καθένας από αυτούς συμπυκνώνει. Κάπως έτσι, στο έδαφος της ηγεμονίας της κυρίαρχης αστικής γραμμής και χωρίς αυτή να τίθεται σε πολιτική διαπραγμάτευση και αντιπαράθεση, χωρίς να συνιστά επίδικο αντικείμενο, η πολιτική μετατρέπεται σε λογιστική. Αυτή η μετωνυμία της πολιτικής σε λογιστική, λοιπόν, είναι δυνατό να συμβεί όταν το ύψος των διακυβευμάτων είναι τέτοιο που αντίπαλος εκτιμά ότι μπορεί να συνεχίζει να είναι κερδοφόρος, να νικάει, επικαλούμενος απλώς την αυταξία αυτής της κερδοφορίας ως αντικειμενικό μονόδρομο. Είναι οι στιγμές που ο αντίπαλος κάνει πολιτική χωρίς να αναφέρεται καθόλου σε αυτήν. Εκείνη είναι η στιγμή που κυριαρχεί η οικονομία σε ό,τι αφορά τη στρατηγική, και το επιφαινόμενο σε ό,τι αφορά την πολιτική σκηνή· με άλλα λόγια τα νούμερα και τα σκάνδαλα.

Πολιτική χωρίς αριθμούς

Τι γίνεται όμως όταν σε μια τέτοια βαθιά κρίση τα διακυβεύματα εκτινάσσονται; Τι γίνεται όταν η λαϊκή δυναμική βρίσκει το δρόμο να πλημμυρίσει το αστικό πολιτικό σκηνικό, να δώσει πολιτικούς σεισμούς, να αναδείξει σε πολιτικό επίδικο τις κυρίαρχες επιλογές του κεφαλαίου; Τότε είναι που το κεφάλαιο σταματάει ενδεχομένως να μιλάει απλώς λογιστικά και αρχίζει να μιλά στρατηγικά, αρχίζει να κάνει πολιτική. Και βέβαια, παρά την κυριαρχία των στρατηγικών του απαντήσεων σε επίπεδο κοινού νου, τότε είναι που χάνει ένα βασικό του πλεονέκτημα, αυτό της μυστικοποίησης, του «φετιχισμού» θα μπορούσαμε να πούμε, της πολιτικής του στρατηγικής.

Και τότε είναι που η αριστερά δεν μπορεί απλώς να επαφίεται στο μέτρημα των οικονομικών δεδομένων ή στο ρίσκο των προβλέψεων, αλλά πρέπει να μιλήσει εξίσου στρατηγικά, να δώσει σχήμα στη δυναμική, να βαθύνει τον ορίζοντα της, να σηκώσει το γάντι που της πετάει ο αντίπαλος, να μπει σε τερέν αυτής της μάχης, στο γήπεδο που μπορεί να την κερδίσει. Διαφορετικά, η απουσία της από αυτά τα ερωτήματα, θα σημάνουν εκ των πραγμάτων την ηγεμόνευσή της από τη στρατηγική του αντιπάλου και δεν θα κλονίσει, παρά στο βαθμό κάποιων λίγων ίσως παραχωρήσεων, τις κυρίαρχες αυτές πολιτικές επιλογές και κατευθύνσεις, αυτές που στο επίπεδο του κοινού νου φαντάζουν αδιαμφισβήτητες. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που η Αριστερά θα πρέπει να βαθύνει τις απαντήσεις της απέναντι στις στρατηγικές πολιτικές επιλογές του αντιπάλου, να επιχειρήσει να πείσει θετικά για τον άλλο δρόμο που επαγγέλλεται, να μην σταθεί μόνο στην ενσωμάτωση της απόρριψης μιας κυρίαρχης αιχμής της, να πάει παρακάτω. Να μιλήσει, με άλλα λόγια, όχι με όρους απλής αποδοχής κάποιων στατικών πολιτικών αντιλήψεων, κάποιων «χώρων» πολιτικής αναφοράς που χαρακτηρίζουν τον καθέναν (κέντρο, δεξιά, αριστερά), αλλά με όρους μετασχηματισμού, με όρους ηγεμονίας, με όρους θετικού ιδεολογικού και πολιτικού προτάγματος.

Σε αυτή την περίπτωση, που η Αριστερά θα αρπάξει την ευκαιρία να δείξει δρόμους, να μιλήσει πειστικά για τη δυνατότητα μιας άλλης προοπτικής, να αναλύσει συγκεκριμένα, να γειώσει το επιχείρημά της, τότε μπορούμε μέσα σε μια τέτοια σπουδαίων δυνατοτήτων συγκυρία να έχουμε ένα πρώτο βήμα συγκρότησης ενός νέου «ιστορικού μπλοκ», όχι απλώς το ξέσπασμα της δυσαρέσκειας, όχι απλώς την ανάθεση της ευθύνης σε ένα κόμμα (που την επόμενη μέρα θα κριθεί αυστηρά από τον ίδιο λαό γιατί δεν έκανε συγκυβέρνηση με τα κόμματα του μνημονίου), αλλά τη διαμόρφωση μιας ριζικά ανταγωνιστικής δυναμικής.


«Ευρώ ή χάος»

Όλα τα παραπάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μέσα στη συγκυρία που διανύουμε. Και αυτό, γιατί όντως βρισκόμαστε σε μια συγκυρία όπου το ύψος των διακυβευμάτων είναι τεράστιο, όπου ο αντίπαλος έχει πολύ περισσότερα να χάσει από απλώς κάποια κεφάλαια.

Αυτό είναι που εξηγεί και γιατί το εκλογικό αποτέλεσμα και την ανοιχτή πολιτική κρίση που το συνόδευσε, ακολουθεί η μετ’ επιτάσεως τοποθέτηση του ερωτήματος «ευρώ ή χάος» από το αστικό μπλοκ και μάλιστα με την ένταση ενός τρομοκρατικού διπόλου απέναντι στα λαϊκά στρώματα, καθώς το ερώτημα συνοδεύει η απαραίτητη μυθολογία για το πώς θα είναι μια κοινωνία εκτός ευρώ: το κράτος δεν θα έχει να πληρώσει μισθούς και συντάξεις, τα σούπερ μάρκετ δεν θα έχουν τρόφιμα στα ράφια, τα παιδιά δεν θα έχουν σχολείο να πάνε, τα νοσοκομεία δεν θα έχουν φάρμακα...

Με λίγα λόγια, πρόκειται ουσιαστικά για την κοινωνία εκείνη που οι άνθρωποι θα είναι πάλι λύκοι[4]. Με όρους κλασικής πολιτικής φιλοσοφίας, η έξοδος από το ευρώ παρουσιάζεται από το αστικό πολιτικό προσωπικό περίπου ως επιστροφή στη φυσική κατάσταση του Χομπς. Εκεί όπου απουσιάζει η πολιτική κοινότητα, το κράτος, όπου δεν υφίσταται συμβόλαιο μεταξύ των δρώντων υποκειμένων και αυτά εμπλέκονται σε έναν «πόλεμο όλων εναντίον όλων», που όπως διδάσκει ο Χομπς έχει βαρύ τίμημα: όχι απλώς τη διαρκή απειλή του θανάτου, αλλά κυρίως την διακύβευση της ατομικής ιδιοκτησίας…

Είναι όμως τυχαίο το δίπολο που το θέτουν οι αστικές δυνάμεις; Όχι. Είναι ακριβώς το στρατηγικό διακύβευμα που αναδεικνύεται γι’ αυτές, που καθορίζει την εξέλιξη των πραγμάτων στη συγκυρία. Είναι το υλικό εκείνο σημείο στο οποίο συναρθρώνονται οι ριζικά ανταγωνιστικές ταξικές στρατηγικές, το σημείο που συνιστά από τη μία, για το κεφάλαιο, την εγγύηση της θεσμικής ισορροπίας και της οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, και από την άλλη, για μια δυνάμει λαϊκή κοινωνική συμμαχία των καταπιεσμένων στρωμάτων, τη δυνατότητα για έναν εντελώς ανοιχτό ορίζοντα γεγονότων, άρα τη δυνατότητα τόσο τακτικής όσο και στρατηγικής εξυπηρέτησης των συμφερόντων της. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο αντίπαλος πάει τη δημόσια συζήτηση στη στρατηγική, θέτει στο τραπέζι ανοιχτά το ερώτημα για την πορεία του τόπου. Αν είναι όμως έτσι, γιατί το κάνει, γιατί αποκαλύπτει το τόσο υψηλό διακύβευμα της συγκυρίας; Γιατί θεωρεί ότι αυτό αποτελεί το αδύναμο σημείο της τρέχουσας πρότασης κυβερνητικής διαχείρισης της Αριστεράς όπως εκφράζεται από το ΣΥΡΙΖΑ και, ταυτόχρονα, γιατί είναι το σημείο στο οποίο διατηρεί ακόμα σημαντική ιδεολογική υπεροχή. Και μάλιστα, η ιδεολογική αυτή υπεροχή δεν διακυβεύεται καν από τον κυρίαρχο πολιτικό εκπρόσωπο της λαϊκής δυναμικής.

Μπορεί όμως σε αυτό το τρομοκρατικό, όπως τίθεται, δίλημμα, η Αριστερά να κλείνει τα μάτια, να απαντάει πως δεν υφίσταται; Μπορεί να μένει μόνο στο τρομοκρατικό σκέλος του και να μην επιχειρεί να το μετασχηματίσει, να μην επιχειρεί να τροποποιήσει τον κοινό νου, να μην εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα που της δίνει πλέον ο αντίπαλος, ότι δηλαδή έβαλε τη συζήτηση μέσα στο πεδίο της πολιτικής και έφυγε από τη, βαθιά ηγεμονευόμενη από τη στρατηγική του, συζήτηση γύρω από τα λογιστικά δεδομένα, ότι αναγκάστηκε να κάνει πολιτικό επίδικο την ίδια την ουσία της; Και αν η Αριστερά με αυτή την τακτική δεν χάνει μόνο την ιστορική ευκαιρία να μπει η αντιπαράθεση πολύ πιο βαθιά στο πεδίο της στρατηγικής, μήπως τελικά άθελά της, στην προσπάθεια να αποκρούσει τις επικοινωνιακές επιθέσεις και την τρομοκρατία που συνοδεύει το δίλημμα, απλώς το αναπαράγει και το επιτείνει; Μήπως, η καλύτερη λύση απέναντι στην τρομοκρατία του αντιπάλου δεν είναι να χώνουμε το κεφάλι μες το χώμα, κάνοντας ότι δεν βλέπουμε γύρω μας, αλλά το βάθεμα της συζήτησης για τον άλλο δρόμο, για το πού μπορεί να πάει αυτή η κοινωνία, το τι δυνατότητες μπορεί να ανοίξει μια οικειοθελής, προγραμματισμένη και προετοιμασμένη έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ; Μήπως πρέπει ως Αριστερά να απαντήσουμε εμείς ότι η έξοδος από το ευρώ δεν θα μας κάνει λύκους, ότι τους δρόμους δεν θα λυμαίνονται συμμορίες με καλάζνικοφ, αλλά το αντίθετο, ότι μπορεί να ανοίξει τη δυνατότητα για έναν λαό να εκτοπίσει τις συμμορίες που τώρα λυμαίνονται τόσο τους δρόμους, όσο και την εξουσία και τον κόπο του;

Άλλωστε, όσο και να επιχειρεί η Αριστερά να πείσει ότι πρόκειται για ένα πλαστό δίλημμα, ακόμη και οι πιο καλόπιστοι οπαδοί της κατανοούν ότι η παραμονή στο ευρώ και πάλι δεν αποτελεί κανενός είδους βεβαιότητα. Ότι, ακόμη και αν η έξοδος είναι πολύ ακριβή για να συμβεί ή σκοντάφτει πάνω σε θεσμικά κωλύματα, δεν είναι απαραίτητο ότι αυτοί οι λόγοι επαρκούν για να αποφευχθεί, δεν είναι απαραίτητο ότι δεν θα κυριαρχήσει και πάλι η πολιτική, ότι η έξοδος δεν θα έρθει με πρωτοβουλία της ΕΕ για λόγους πολιτικής ευστάθειας του συνολικού της πολιτικοοικονομικού οικοδομήματος.

Και είναι σαφές ότι μια τιμωρητική έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, και (ενδεχομένως) την ΕΕ, θα γίνει με τέτοιους επαχθείς όρους που θα αποτελέσει ένα μήνυμα προς όλους τους λαούς της Ευρώπης, θα φτιάξει ένα παράδειγμα προς αποφυγήν που θα παίξει σπουδαίο ρόλο στη σταθερότητα της υπόλοιπης ΕΕ. Άλλωστε, περισσότερο ακόμη από το τι θα κάνει η Ελλάδα, κρίσιμο οικονομικά για την ΕΕ και τη Γερμανία είναι να μη σκάσει η Ισπανία, η Ιταλία και η Γαλλία, αλλά και σε τελική ανάλυση να μη διακυβευτεί ο συνολικός πολιτικός και οικονομικός μηχανισμός που δίνει στη Γερμανία το συγκριτικό της πλεονέκτημα και σημαντικά περιθώρια κερδοφορίας. Το κρίσιμο είναι να μη σκάσει συνολικά η ευρωζώνη και η ΕΕ. Και αν ο λαός δεν είναι προετοιμασμένος για αυτή την έξοδο, έστω και ιδεολογικά, αν εμείς εξοβελίζουμε όπως ο διάολος το λιβάνι οποιαδήποτε συζήτηση, αν δεν αναγνωρίζονται καν τα πιθανά ενδεχόμενα, τότε οι δυσκολίες που θα την συνοδεύσουν (οι οποίες θα είναι και πολύ χειρότερες από αυτές που αντιμετωπίζαμε σε μια οργανωμένη οικειοθελή και προετοιμασμένη έξοδο) θα βιωθούν από τα λαϊκά στρώματα ως συντριπτική ήττα της δυναμικής που ανέπτυξαν, ως ένα τεράστιο λάθος. Και εκεί δεν θα έχουμε μόνο το τέλος αυτής της δυναμικής. Θα έχουμε επίσης και την ανασυγκρότηση της αστικής στρατηγικής πάνω στα ερείπια των «αριστερών τυχοδιωκτισμών» (όπως θα τους λένε) και την πλήρη απαξίωση της Αριστεράς συνολικά. Θα έχουμε τη βίαιη επιστροφή της λογιστικής έναντι της πολιτικής…

Γιατί ας μην το ξεχνάμε: στα νούμερα οι αστοί έχουν την ηγεμονία. Η δική μας δυνατότητα για αυτή την ηγεμονία δεν εξαντλείται απλώς στην έκφραση της δυσαρέσκειας, αλλά στη στρατηγική έκφραση των συμφερόντων του λαού, στην προοπτική, στην τροποποίηση του κοινού νου, στην άρση των βεβαιοτήτων που συνοδεύουν τα διλήμματα. Και αν ο αντίπαλος μας εκφοβίζει προβάλλοντας το μέλλον μας εκτός ευρώ ως σκηνή από τη βίαιη και αβέβαιη προϊστορία της οργανωμένης πολιτικής κοινότητας, εμείς πρέπει να αντιτάξουμε σε αυτό τη «γενική βούληση» του Ρουσσώ, τη δυνατότητα σύστασης ενός νέου πολιτικού σώματος που να ορίζει για τον εαυτό του πού θέλει να πάνε τα πράγματα…


[1] Στα ελληνικά από τις εκδόσεις Scripta (2003) σε μετάφραση της Βίκυς Ιακώβου.
[2] Η χρήση των όρων «ιδεολογική αναπαράσταση» και «φαντασιακός» εδώ δεν είναι αυστηρή, αλλά περιγραφική.
[3] Στην Ελλάδα εκδόθηκε το 1985 από τις εκδόσεις Α/συνέχεια σε μετάφραση της Ειρήνης Μιγάδη.
[4] Η έμμεση αναφορά είναι στην κλασική φράση που ο Χομπς μεταχειρίζεται στο έργο του De Cive του 1642, σύμφωνα με την οποία «Homo homini lupus» («Ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος»).

Πηγή: www.ektosgrammis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου